ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΙΤΟΥΝΤΕΣ ΑΣΥΛΟ & ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΛΗΨΗΣ
ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ ΤΗΣ
Μελέτη βασισμένη στη Νομοθεσία και στην Πρακτική
31 Ευρωπαϊκών Κρατών
Ύπατη Αρμοστεία Η.Ε. για τους Πρόσφυγες
Γενεύη, Ιούνιος 2001
Αθήνα, Ιούνιος 2002
Εισαγωγή
Η παρούσα μελέτη στηρίζεται στις απαντήσεις ενός ερωτηματολογίου που αφορά στις εγγυήσεις που παρέχονται στους αιτούντες άσυλο και στους πρόσφυγες στα πλαίσια της πρόληψης της παράνομης μετανάστευσης. Το ερωτηματολόγιο αυτό απάντησαν τα κράτη που συμμετέχουν στη Διαδικασία της Βουδαπέστης, η οποία έχει ως στόχο την πρόληψη της παράνομης μετανάστευσης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και προτάθηκε από τη Γερμανία το 1991, κατά την Υπουργική Διάσκεψη του Βερολίνου. Έκτοτε αναπτύχθηκε με τη σύγκληση δύο άλλων υπουργικών διασκέψεων, οκτώ συναντήσεων υψηλόβαθμων αξιωματούχων και πλέον των εξήντα συναντήσεων ομάδων εργασίας. Αυτές οι δραστηριότητες αναλήφθησαν εκ παραλλήλου με την ανάπτυξη της συνεργασίας της ΕΕ με τα υποψήφια προς ένταξη κράτη της Κεντρικής Ευρώπης και της Βαλτικής. Πρόσφατα, η διαδικασία της Βουδαπέστης επικεντρώθηκε στις δραστηριότητες που ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τη νοτιο-ανατολική Ευρώπη και συνεργάζεται στενά με το Σύμφωνο Σταθερότητας. Η τέταρτη υπουργική διάσκεψη προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί στη Γαλλία το 2002.
Κατά την τρίτη υπουργική διάσκεψη που έλαβε χώρα στην Πράγα το 1997 οι Υπουργοί υιοθέτησαν ένα κείμενο πενήντα πέντε σημείων, γνωστό ως τα «Πορίσματα της Πράγας» το οποίο αναφέρεται στα εξής ζητήματα : α) εναρμόνιση των νομοθεσιών για την καταπολέμηση της διακίνησης των αλλοδαπών, β) έλεγχος των αλλοδαπών πριν και κατά την είσοδό τους στην Ευρώπη και προσέγγιση των καθεστώτων έκδοσης αδειών εισόδου, γ) επιστροφή των αλλοδαπών στις χώρες καταγωγής και συμφωνίες επανεισδοχής, δ) ανταλλαγή πληροφοριών σε ζητήματα παράνομης μετανάστευσης, ε) παροχή τεχνικής και οικονομικής βοήθειας στα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, στ) συσχετισμός της εμπορίας των αλλοδαπών με άλλες μορφές οργανωμένου εγκλήματος. Από την υιοθέτησή τους, η εφαρμογή των Πορισμάτων της Πράγας αξιολογείται τακτικά.
Η πλέον πρόσφατη άσκηση αξιολόγησης που πραγματοποιήθηκε το 2001 περιλαμβάνει ένα ιδιαίτερο ερωτηματολόγιο που αφορά στην προστασία των προσφύγων. Στόχος αυτού του ερωτηματολογίου είναι η αξιολόγηση της εφαρμογής των Πορισμάτων της Πράγας στο μέτρο που αφορούν στη σχέση της πρόληψης της παράνομης μετανάστευσης με την προστασία των προσφύγων. Το ερωτηματολόγιο καλύπτει τα ακόλουθα θέματα :
Η μελέτη αυτή αναφέρεται στις απαντήσεις των κρατών στο ερωτηματολόγιο που αφορά στις εγγυήσεις που παρέχονται στους αιτούντες άσυλο και στους πρόσφυγες στα πλαίσια της καταπολέμησης της παράνομης μετανάστευσης και εμπορίας αλλοδαπών. Σε κάποιες περιπτώσεις, όπου τα κράτη δεν απάντησαν, η ανάλυση στηρίζεται στις απόψεις των γραφείων της Ύπατης Αρμοστείας που λειτουργούν στα ευρωπαϊκά κράτη. Σε άλλες περιπτώσεις, τα γραφεία του οργανισμού συμπλήρωσαν τις απαντήσεις που δόθηκαν από τις κυβερνήσεις. Στην παρούσα έρευνα συμμετείχαν τριάντα ένα κράτη.
Σύσταση Νο. 8 : «Λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 31 της Σύμβασης της Γενεύης προτείνεται εν γένει η καταδίκη όσων διασχίζουν παράνομα τα σύνορα σε ποινές αποτελεσματικές, ανάλογες του αδικήματος που διαπράχθηκε και αποτρεπτικές, που μπορεί να περιλαμβάνουν πρόστιμο και σε επιβαρυντικές περιπτώσεις βραχύχρονη φυλάκιση καθώς και η επαναπροώθηση των μεταναστών που εισέρχονται παράνομα και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις νόμιμης παραμονής εκτός εάν για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους ή βάσει διατάξεων του διεθνούς δικαίου είναι ανέφικτη η απομάκρυνσή τους».
Το άρθρο 31 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 ορίζει :
1. Αι Συμβαλλόμεναι Χώραι δεν θα επιβάλλουν ποινικάς κυρώσεις εις πρόσφυγας λόγω παρανόμου εισόδου ή διαμονής, εάν ούτοι προερχόμενοι απ' ευθείας εκ χώρας ένθα η ζωή ή η ελευθερία αυτών ηπειλείτο, εν τη εννοία του άρθρου 1, εισέρχωνται ή ευρίσκωνται ήδη επί του εδάφους αυτών άνευ αδείας, υπό την επιφύλαξιν πάντως ότι ούτοι αφ' ενός μεν θα παρουσιαστούν αμελλητί εις τας αρχάς αφ' ετέρου δε θα δώσουν επαρκείς εξηγήσεις περί της παρανόμου αυτών εισόδου ή διαμονής.2. Αι Συμβαλλόμεναι Χώραι θα εφαρμόζουν επί των κινήσεων των προσφύγων τούτων μόνον τα απαραίτητα περιοριστικά μέτρα. Τα περιοριστικά μέτρα θα εφαρμόζωνται μόνον μέχρις ότου ρυθμισθή το Καθεστώς των επί του εδάφους της χώρας της εισδοχής ευρισκομένων προσφύγων ή αποκτήσουν ούτοι άδειαν εισόδου εις ετέραν χώραν. Προς λήψιν της τοιαύτης αδείας, αι Συμβαλλόμεναι Χώραι θα παράσχουν εις τους πρόσφυγας λογικάς προθεσμίας ως και άπασας τας αναγκαίας διευκολύνσεις.
Ερωτήσεις που κλήθηκαν τα κράτη να απαντήσουν :
1. Προβλέπει η νομοθεσία / πρακτκή που αφορά στις κυρώσεις για την παράνομη είσοδο και παρουσία των αλλοδαπών εξαιρέσεις για τις περιπτώσεις που καλύπτονται από το άρθρο 31 της Σύμβασης ;
2. Στις χώρες όπου η νομοθεσία προβλέπει κυρώσεις για την παράνομη είσοδο ή παρουσία των αλλοδαπών εφαρμόζονται αυτές οι κυρώσεις σε βάρος των αιτούντων άσυλο και προσφύγων ;
3. Προβλέπει η νομοθεσία / πρακτική αναστολή των διαδικασιών σε βάρος αλλοδαπών που κατηγορούνται για παράνομη είσοδο ή παραμονή στις περιπτώσεις που υποβάλουν εν συνεχεία αίτημα ασύλου ;
Η θέση της Ύπατης Αρμοστείας (συνοπτικά) : Σύμφωνα με το άρθρο 31 της Σύμβασης της Γενεύης δεν επιβάλλονται κυρώσεις για παράνομη είσοδο ή παρουσία σε βάρος των προσφύγων που φθάνουν στη χώρα ασύλου απευθείας από τη χώρα δίωξης, εφόσον παρουσιάζονται αμελλητί στις αρχές και επεξηγούν επαρκώς τους λόγους της παράνομης εισόδου ή παραμονής τους. Το άρθρο αυτό ορίζει επίσης ότι δεν θα επιβάλλονται περιορισμοί στην κυκλοφορία των προσφύγων, εκτός εάν αυτό κρίνεται αναγκαίο.
Σύμφωνα με το άρθρο 14 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναγνωρίζεται ως θεμελιώδες το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να ζητά άσυλο και να του παρέχεται άσυλο σε άλλες χώρες. Για να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα, οι αιτούντες άσυλο αναγκάζονται συχνά να φθάσουν ή και να εισέλθουν στο έδαφος της χώρας ασύλου παράνομα. Το καθεστώς των αιτούντων άσυλο διαφέρει ουσιαστικά από αυτό των μεταναστών, αφού αδυνατούν να συμμορφωθούν με τις τυπικές προϋποθέσεις της νομότυπης εισόδου.
Προτείνεται στα κράτη να μην εφαρμόζουν τη διαδικασία επιβολής κυρώσεων για παράνομη είσοδο ή παραμονή σε βάρος των αλλοδαπών αιτούντων άσυλο έως ότου κριθεί οριστικά το αίτημά τους για παροχή προστασίας. Σε αντίθετη περίπτωση οι πρόσφυγες κινδυνεύουν να καταδικαστούν για παράνομη είσοδο ή παραμονή κατά παράβαση της διάταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 31. Επίσης, τα κράτη κινδυνεύουν να παραβιάσουν την υποχρέωσή τους να μην επαναπροωθούν πρόσφυγες όταν πριν ακόμα κριθεί οριστικά το αίτημα ασύλου διατάσσουν την απέλαση των αλλοδαπών που ζητούν προστασία από τις διώξεις. Γι’ αυτό το λόγο η Ύπατη Αρμοστεία προτρέπει τα κράτη να αναστέλουν την εφαρμογή των σχετικών διαδικασιών εκκρεμούσης της οριστικής κρίσης του αιτήματος ασύλου.
Ανάλυση των απαντήσεων
1. Εξαίρεση των αιτούντων άσυλο και προσφύγων από την επιβολή κυρώσεων για παράνομη είσοδο και παραμονή : στην πλειοψηφία τους (61%) τα 31 κράτη που απάντησαν στο ερωτηματολόγιο έχουν υιοθετήσει στην εθνική νομοθεσία τους διατάξεις που εξαιρούν τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες. Κατά συνέπεια, τα περισσότερα από τα ερωτηθέντα κράτη έλαβαν υπόψη το άρθρο 31 της Σύμβασης της Γενεύης όταν υιοθέτησαν το νομικό πλαίσιο των κυρώσεων που επιβάλλουν για παράνομη είσοδο και παραμονή των αλλοδαπών.. Όμως, παρά τα θετικά αυτά αποτελέσματα, έξη από τα 19 κράτη των οποίων η νομοθεσία προβλέπει αυτήν την εξαίρεση διατάσσουν την τιμωρία των αιτούντων άσυλο. Σε ένα κράτος του οποίου η νομοθεσία προβλέπει την εξαίρεση από την επιβολή κυρώσεων, οι αιτούντες άσυλο διώκονται ποινικά για παράνομη είσοδο και δεν απολύονται από τα κρατητήρια ή από τις φυλακές ακόμα και όταν αναγνωριστεί στο πρόσωπό τους το καθεστώς του πρόσφυγα. Το εσωτερικό δίκαιο δύο κρατών δεν προβλέπει ρητά την εξαίρεση του άρθρου 31 της Σύμβασης της Γενεύης, το οποίο όμως εφαρμόζεται όταν το επικαλείται ο ενδιαφερόμενος αλλοδαπός με βάση την αρχή της άμεσης εφαρμογής του διεθνούς δικαίου και της υπεροχής του έναντι του εθνικού. Αυτή η πρακτική οδηγεί σε παρόμοιο αποτέλεσμα, αλλά η σαφής πρόβλεψή της στο εθνικό δίκαιο αποσαφηνίζει τη θέση των ενδιαφερομένων αλλοδαπών. Η εθνική νομοθεσία οκτώ εκ των ερωτηθέντων κρατών δεν εξαιρεί από τις κυρώσεις για παράνομη είσοδο και παραμονή τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες, αν και σε ένα από αυτά δεν επιβάλλονται κυρώσεις στην πράξη. Σε ένα άλλο κράτος αντί να προβλέπεται εξαίρεση για τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες παρέχεται δωρεάν νομική συνδρομή στους κατηγορούμενους για παράνομη είσοδο και παραμονή. Κατά συνέπεια, οι αιτούντες άσυλο επωφελούνται της εφαρμογής του άρθρου 31 αφού συλληφθούν και κρατηθούν κατηγορούμενοι για παράνομη είσοδο.
2. Πρακτική εφαρμογή των κυρώσεων για παράνομη είσοδο και παρουσία σε βάρος των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων : σε ποσοστό 39% τα ερωτηθέντα κράτη επιβάλλουν κυρώσεις για παράνομη είσοδο και παραμονή στους αιτούντες άσυλο και στους πρόσφυγες και, όπως προαναφέρθηκε, αυτό το στατιστικό στοιχείο περιλαμβάνει και τα κράτη των οποίων το εσωτερικό δίκαιο εξαιρεί αυτήν την κατηγορία αλλοδαπών από την ποινική τιμωρία για παράνομη είσοδο και παραμονή. Σε ποσοστό 45% τα κράτη δεν επιβάλλουν στην πράξη κυρώσεις στους αιτούντες άσυλο και στους πρόσφυγες και σε ποσοστό 10% επιβάλλουν περιστασιακά τις σχετικές ποινές. Σε ένα από τα ερωτηθέντα κράτη οι τοπικές αρχές επιβάλλουν κάποιες φορές κυρώσεις στους αιτούντες άσυλο και στους πρόσφυγες επειδή εισήλθαν ή παραμένουν παράνομα στη χώρα παραβιάζοντας τη σύμφωνη με τη διάταξη του άρθρου 31 της Σύμβασης της Γενεύης εσωτερική νομοθεσία.
3. Αναστολή της διαδικασίας επιβολής κυρώσεων για παράνομη είσοδο και παραμονή στις περιπτώσεις όπου ο ενδιαφερόμενος αλλοδαπός υποβάλει αίτημα ασύλου: σε ποσοστό 35% τα ερωτηθέντα κράτη αναστέλλουν τη διαδικασία επιβολής κυρώσεων για παράνομη είσοδο και παραμονή, εφόσον ο ενδιαφερόμενος αλλοδαπός υποβάλει αίτημα ασύλου και σε ποσοστό 13% αναστέλλουν την εκτέλεση των κυρώσεων (αλλά όχι των διαδικασιών) που επιβάλλονται για παράνομη είσοδο και παραμονή. Η πρακτική αυτή είναι σε γενικές γραμμές σύμφωνη με το άρθρο 31 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης που ορίζει ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται «κυρώσεις» στους αιτούντες άσυλο για παράνομη είσοδο και παρουσία. Όμως, σε ένα από τα κράτη όπου αναστέλλεται η εκτέλεση των ποινών, φαίνεται να διατάσσεται μόνον η αναστολή εκτέλεσης των διαταγών απέλασης. Σύμφωνα με το πνεύμα του άρθρου 31, εκκρεμούσης της οριστικής κρίσης του αιτήματος ασύλου, πρέπει να αναστέλλεται κάθε τιμωρία για παράνομη είσοδο και παραμονή. Σε ποσοστό 16% τα ερωτηθέντα κράτη δεν προβλέπουν εκκρεμούσης της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματος ασύλου την αναστολή της διαδικασίας ή της εκτέλεσης των ποινών, ούτε των διαταγών απέλασης για παράνομη είσοδο και παραμονή.
2. ΧΡΗΣΗ ΠΛΑΣΤΩΝ Ή ΠΑΡΑΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ
Σύσταση Νο. 10: «Προτείνεται η υιοθέτηση κυρώσεων για την παραγωγή, διάθεση και χρήση πλαστών εγγράφων με την επιβολή ποινών αποτελεσματικών, ανάλογων του αδικήματος που διαπράχθηκε και αποτρεπτικών, οι οποίες μπορεί να συνίστανται σε φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών, πρόστιμο και κατάσχεση αυτών των εγγράφων και των εσόδων που αποφέρουν αυτές οι δραστηριότητες».
Ερωτήσεις που κλήθηκαν τα κράτη να απαντήσουν :
1. Προβλέπει η νομοθεσία / πρακτική που αφορά στις κυρώσεις που επιβάλλονται για τη χρήση πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων εξαίρεση για τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες ;
2. Επιτρέπει η νομοθεσία τον αποκλεισμό από τη διαδικασία ασύλου ή την εξέταση ως προφανώς αβάσιμων των αιτήσεων ασύλου που υποβάλλονται από τους ενδιαφερόμενους αλλοδαπούς που είναι κάτοχοι πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων ή από αιτούντες άσυλο που δεν είναι κάτοχοι εγγράφου αποδεικτικού της ταυτότητάς τους;
Η θέση της Ύπατης Αρμοστείας (συνοπτικά): Η επιβολή κυρώσεων για τη χρήση πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες οι οποίοι για βάσιμους λόγους είναι κάτοχοι παρόμοιων εγγράφων. Η χρήση πλαστών εγγράφων και η παράνομη είσοδος είναι, σε κάποιες περιπτώσεις, αναγκαίες μέθοδοι στις οποίες καταφεύγουν οι αιτούντες άσυλο κυρίως προς διευκόλυνση της εξόδου από τη χώρα καταγωγής. Και ενώ αναγνωρίζεται ότι αυξάνεται διαρκώς ο αριθμός των αιτούντων άσυλο που φθάνουν στις χώρες ασύλου με πλαστά έγγραφα και ότι τα κράτη έχουν νόμιμο συμφέρον να υιοθετούν μέτρα για την πρόληψη της παράνομης μετανάστευσης, η αντιμετώπιση αυτών των περιστατικών πρέπει να εναρμονίζεται με την υποχρέωση των κρατών να παρέχουν προστασία σε όσους την έχουν ανάγκη.
Κατά κανόνα, πρέπει να παρέχεται σε όλους αδιακρίτως τους αιτούντες άσυλο η δυνατότητα της πρόσβασης στη διαδικασία καθορισμού του καθεστώτος του πρόσφυγα. Η άρνηση της πρόσβασης στους αιτούντες άσυλο που είναι κάτοχοι πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων παραβιάζει την υποχρέωση των κρατών να παρέχουν προστασία. Σε κάποιες περιπτώσεις, η χρήση πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων μπορεί να συμβάλει στη θεμελίωση της βασιμότητας του αιτήματος ασύλου. Όλες οι αιτήσεις ασύλου πρέπει να εξετάζονται κατ’ ουσίαν και στα πλαίσια δίκαιης διαδικασίας. Δεν πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτο αίτημα ασύλου ακόμα και όταν με πρόθεση ο ενδιαφερόμενος αλλοδαπός παραπλανά τις αρχές εμμένοντας στον ισχυρισμό του περί της γνησιότητας των εγγράφων ταυτότητας, παρά το γεγονός της περί εναντίου απόδειξης, γιατί ο χαρακτηρισμός αυτός μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία των ισχυρισμών για παροχή προστασίας.
Επίσης, κατά την Ύπατη Αρμοστεία η κατοχή ακατάλληλων, ανεπαρκών ή πλαστών εγγράφων δεν αποτελεί αυτή καθεαυτή λόγο εξέτασης του αιτήματος ασύλου ως καταχρηστικού ή παραπλανητικού και άρα προφανώς αβάσιμου. Δεν θεμελιώνει η χρήση του πλαστού ή του παραποιημένου εγγράφου το τεκμήριο της προφανώς αβάσιμης ή καταχρηστικής αίτησης, αλλά η εμμονή του αιτούντα άσυλο ότι το σχετικό έγγραφο είναι γνήσιο, ακόμα και μετά την είσοδο στη χώρα και την εξέταση του αιτήματός του. Δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ασύλου η έλλειψη εγγράφων ταυτότητας ή η χρήση πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων, εάν ο ενδιαφερόμενος αλλοδαπός κατά την εξέταση της υπόθεσής του παρέχει επαρκείς και βάσιμες εξηγήσεις για τους λόγους που τον ανάγκασαν να εισέλθει στη χώρα ασύλου χωρίς ή με πλαστά ή παραποιημένα έγγραφα.
Ανάλυση των απαντήσεων
1. Εξαίρεση των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων από τις κυρώσεις που επιβάλλονται για τη χρήση των πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων: η νομοθεσία των 31 κρατών σε ποσοστό 19% εξαιρεί τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες από την επιβολή κυρώσεων για τη χρήση πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων. Όμως, η πλειοψηφία αυτής της ομάδας των κρατών εξαιρεί από την επιβολή κυρώσεων για τη χρήση των προαναφερόμενων εγγράφων μόνον τους αιτούντες άσυλο που εισέρχονται στο κράτος ασύλου, και όχι όλους ανεξαιρέτως, για παράδειγμα τους αλλοδαπούς που αιτούμενοι προστασία από τις διώξεις επικαλούνται πλαστά ή παραποιημένα έγγραφα ταυτότητας κατά την υποβολή του αιτήματος ασύλου. Σε ποσοστό 29% η νομοθεσία των κρατών που απάντησαν στο ερωτηματολόγιο δεν προβλέπει ρητά την εξαίρετη των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων από την ποινική τιμωρία για χρήση πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων. Τα κράτη της ομάδας αυτής δεν επιβάλουν στην πράξη ποινές για τα αδικήματα αυτά. Τα πρακτικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο αν και η ρητή νομοθετική πρόβλεψη στο εσωτερικό δίκαιο αποτελεί εγγύηση της προστασίας του καθεστώτος των αιτούντων άσυλο. Ένα κράτος έχει υιοθετήσει στην πράξη τη «μερική εξαίρεση», αποφεύγοντας να επιβάλει κυρώσεις στους αιτούντες άσυλο που χρησιμοποιούν πλαστά ή παραποιημένα έγγραφα για να διαφύγουν τη δίωξη με την προϋπόθεση ότι η χρήση των εγγράφων δεν συνιστά σοβαρή απειλή για την κρατική ασφάλεια. Σε ποσοστό 35% το εσωτερικό δίκαιο και η εθνική πρακτική των ερωτηθέντων κρατών δεν εξαιρεί τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες από την ποινική τιμωρία για χρήση πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων. Τέλος, ένα από τα ερωτηθέντα κράτη δεν εφαρμόζει το θεσμοθετημένο εθνικό νομοθετικό πλαίσιο που εξαιρεί τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες από την επιβολή κυρώσεως για χρήση πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων.
2. Άρνηση του δικαιώματος πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου λόγω της χρήσης πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων ή λόγω έλλειψης εγγράφων ταυτότητας: ένα από τα κράτη που συμμετείχαν στην έρευνα απαγορεύει στην πράξη την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου σε όσους έχουν χρησιμοποιήσει πλαστά ή παραποιημένα έγγραφα. Η νομοθεσία ενός άλλου κράτους επιτρέπει την άρνηση πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου γι’ αυτό το λόγο, αλλά δεν παρασχέθηκαν πληροφορίες για τον τρόπο εφαρμογής της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης. Αν και σε ποσοστό 48% η νομοθεσία των κρατών που συμμετείχαν στην έρευνα δεν απαγορεύει την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου λόγω της χρήσης πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων, δεν παρασχέθηκαν πληροφορίες για την εφαρμογή της. Σε ποσοστό 26% τα ερωτηθέντα κράτη δεν απαγορεύουν στην πράξη ή με νομοθετική διάταξη την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου σε όσους χρησιμοποιούν πλαστά ή παραποιημένα έγγραφα.
3. Εξέταση των αιτημάτων ασύλου ως προφανώς αβάσιμων λόγω της χρήσης πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων ή λόγω έλλειψης εγγράφων : όταν ο ενδιαφερόμενος αιτών άσυλο χρησιμοποιεί πλαστό ή παραποιημένο έγγραφο, ακόμα και χωρίς την πρόθεση να παραπλανήσει τις αρχές, τα ερωτηθέντα κράτη – σε ποσοστό 16% – εξετάζουν τις αιτήσεις ασύλου με τη διαδικασία που προβλέπεται για τις προφανώς αβάσιμες. Η νομοθεσία ενός μόνον κράτους προβλέπει την κατ’ εξαίρεση εξέταση ως προφανώς αβάσιμων των αιτήσεων ασύλου, όταν οι ενδιαφερόμενοι αλλοδαποί στερούνται εγγράφων ταυτότητας ή επικαλούνται πλαστά ή παραποιημένα έγγραφα. Αν και σε ποσοστό 39% το εσωτερικό δίκαιο των ερωτηθέντων κρατών δεν επιτρέπει την εξέταση ως προφανώς αβάσιμων των αιτήσεων ασύλου λόγω της χρήσης πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων, καμιά πληροφορία δεν παρασχέθηκε για την εφαρμογή του. Σε ποσοστό 13% η νομοθεσία των ερωτηθέντων κρατών – εισάγοντας το στοιχείο της εκ προθέσεως παραπλάνησης των αρχών – χαρακτηρίζει ως προφανώς αβάσιμες τις αιτήσεις ασύλου που υποβάλλονται από αλλοδαπούς που χρησιμοποιούν πλαστά έγγραφα εμμένοντας στον ισχυρισμό τους ότι είναι γνήσια. Το σχέδιο νόμου που προτείνεται σε ένα από τα ερωτηθέντα κράτη προβλέπει την εξέταση ως προφανώς αβάσιμων των αιτήσεων ασύλου που υποβάλλονται από τους ενδιαφερόμενους αλλοδαπούς που κατέχουν πλαστά ή παραποιημένα έγγραφα και την ταχύρυθμη εξέτασή τους, εκτός εάν «σοβαρός λόγος» συνηγορεί για την κρίση των σχετικών υποθέσεων στα πλαίσια της κανονικής διαδικασίας.
3.
ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΜΕΤΑΦΟΡΕΩΝΣυστάσεις Νο. 17 και Νο. 18 :
«17. Λαμβάνοντας υπόψη τη Σύμβαση του Σικάγο προτείνεται στα συμβαλλόμενα κράτη να αναπτύξουν μορφές εποικοδομητικής συνεργασίας με τους μεταφορείς που παρέχουν υπηρεσίες συγκοινωνιών, οι οποίες να περιλαμβάνουν την παροχή κάθε βοήθειας και την κατάρτιση του προσωπικού ώστε να διευκολύνεται ο εντοπισμός των επιβατών που δεν είναι κάτοχοι νόμιμων ταξιδιωτικών εγγράφων».
«18. Προτείνεται η υιοθέτηση κυρώσεων σε βάρος των μεταφορέων που παρέχουν υπηρεσίες συγκοινωνιών και παραλείπουν να εντοπίσουν τους επιβάτες που στερούνται νόμιμων ταξιδιωτικών εγγράφων επιβάλλοντας στους πρώτους πρόστιμο και υποχρεώνοντάς τους να καταβάλουν το κόστος της επιστροφής στον τόπο αναχώρησης των παράνομων επιβατών».
Ερωτήσεις που κλήθηκαν τα κράτη να απαντήσουν :
1. Προβλέπει η νομοθεσία των κρατών περί κυρώσεων των μεταφορέων εξαίρεση για τις περιπτώσεις που οι επιβάτες είναι αιτούντες άσυλο ή πρόσφυγες ;
2. Όταν αποφασίζονται οι κυρώσεις σε βάρος των μεταφορέων λαμβάνεται υπόψη η αμέλεια τους να εντοπίσουν τους επιβάτες που δεν είναι κάτοχοι νόμιμων ταξιδιωτικών εγγράφων ;
3. Η κατάρτιση του προσωπικού των μεταφορέων για τον εντοπισμό των επιβατών που δεν είναι κάτοχοι νόμιμων ταξιδιωτικών εγγράφων περιλαμβάνει στοιχεία που αφορούν στην προστασία των προσφύγων ;
Η θέση της Ύπατης Αρμοστείας (συνοπτικά): Τα κράτη έχουν δικαιολογημένο συμφέρον να ελέγχουν την παράνομη μετανάστευση. Όμως, παραβιάζουν τις διεθνείς υποχρεώσεις έναντι των προσφύγων, όταν τα μέτρα που υιοθετούν για το σκοπό αυτό επιδρούν στην ικανότητα όσων κινδυνεύουν να διωχθούν να έχουν πρόσβαση στην ασφάλεια και να αναζητούν άσυλο σε άλλες χώρες. Όταν τα κράτη επιβάλλουν κυρώσεις στους μεταφορείς πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τις αρχές του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της προστασίας των προσφύγων. Εάν οι κυρώσεις των μεταφορέων καταλήγουν στην επαναπροώθηση των προσφύγων στη χώρα καταγωγής τους εφαρμόζεται το άρθρο 33 της Σύμβασης του 1951.
Δεν πρέπει να επιβάλλονται κυρώσεις στους μεταφορείς όταν οι επιβάτες που δεν είναι κάτοχοι νόμιμων ταξιδιωτικών εγγράφων υποβάλουν στο κράτος προορισμού αίτηση ασύλου και για βάσιμους λόγους επικαλούνται την ανάγκη παροχής διεθνούς προστασίας. Το προσωπικό των μεταφορέων πρέπει να είναι καταρτισμένο όσον αφορά στις υποχρεώσεις των κρατών έναντι των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων.
Ανάλυση των απαντήσεων
1. Εξαίρεση των μεταφορέων από την επιβολή κυρώσεων όταν επιβάτες τους είναι αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες: από τα 31 κράτη που συμμετείχαν στην έρευνα τα 22 επιβάλλουν, βάσει νομοθετικής ρύθμισης, κυρώσεις στους μεταφορείς επιβατών που εισέρχονται στη χώρα στερούμενοι των νόμιμων ταξιδιωτικών εγγράφων. Σε ποσοστό 32% η νομοθεσία των 22 κρατών εξαιρεί από το πλαίσιο των κυρώσεων τους μεταφορείς αιτούντων άσυλο και προσφύγων ενώ σε ποσοστό 54% η νομοθεσία των ερωτηθέντων κρατών δεν προβλέπει παρόμοια εξαίρεση. Σε ποσοστό 14% η νομοθεσία των ερωτηθέντων κρατών προβλέπει μερικές εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, η νομοθεσία ενός κράτους προβλέπει την αναδρομική εξαίρεση των μεταφορέων αιτούντων άσυλο και προσφύγων με την προϋπόθεση ότι αναγνωρίζεται το καθεστώς του πρόσφυγα στον επιβάτη που μετέφεραν. Σε τουλάχιστον τρία κράτη οι κυρώσεις περιλαμβάνουν το κόστος της επιστροφής του παρανόμως μεταφερθέντος επιβάτη χωρίς να προβλέπεται εξαίρεση για τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες.
2. Εξέταση της αμέλειας του μεταφορέα κατά την επιβολή των κυρώσεων : μόλις το 52% των νομοθεσιών των κρατών που προβλέπουν κυρώσεις μεταφορέων συνεκτιμούν το στοιχείο της αμέλειας κατά την εφαρμογή της διαδικασίας επιβολής των σχετικών κυρώσεων. Στις περισσότερες περιπτώσεις απαιτείται από το μεταφορέα να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίσει ότι όλοι οι επιβάτες είναι εφοδιασμένοι με τα απαιτούμενα για την είσοδο στη χώρα ταξιδιωτικά έγγραφα. Το 32% των κρατών δεν συνεκτιμά το στοιχείο της αμέλειας ενώ τα υπόλοιπα κράτη που συμμετείχαν στην έρευνα δεν παρείχαν πληροφορίες για το ζήτημα αυτό.
3. Ενημέρωση για την προστασία των προσφύγων στα σεμινάρια κατάρτισης των μεταφορέων : Μόλις το 18% από τα 22 κράτη που εφαρμόζουν τις κυρώσεις των μεταφορέων περιλαμβάνουν στοιχεία της προστασίας των προσφύγων στην κατάρτιση που παρέχουν στους μεταφορείς για τον εντοπισμό των επιβατών που στερούνται νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων. Σε ποσοστό 45% τα ερωτηθέντα κράτη δεν ενημερώνουν τους μεταφορείς για θέματα προστασίας των προσφύγων, ενώ τα υπόλοιπα κράτη που κλήθηκαν να απαντήσουν στο σχετικό ερώτημα δεν παρείχαν πληροφορίες για το θέμα αυτό.
4. ΕΛΕΓΧΟΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ
Συμπεράσματα της Διαδικασίας της Βουδαπέστης
Δεν υπάρχει ιδιαίτερη ρύθμιση στις Συστάσεις της Πράγας για τους ελέγχους κατά την είσοδο στη χώρα. Όμως, στο προοίμιο των Συστάσεων, υπό τον τίτλο «Έλεγχοι πριν και κατά την είσοδο …» αναφέρεται :
«…Χαιρετίζοντας τα μέτρα που υιοθέτησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβιβάζοντας στα ενδιαφερόμενα κράτη, το Μάιο του 1997, οδηγό για τις αποτελεσματικές πρακτικές ελέγχου όσων εισέρχονται από τα εξωτερικά σύνορα,
Αναγνωρίζοντας ότι η εναρμόνιση των ελέγχων πριν και κατά την είσοδο συμβάλει στην αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης και της εμπορίας των αλλοδαπών,
Αναγνωρίζοντας επίσης ότι παρόμοιες πολιτικές πρέπει να προβλέπουν τις κατάλληλες ρυθμίσεις για τον εντοπισμό των αιτούντων άσυλο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διεθνές δίκαιο …».
Κατά συνέπεια, τα κράτη που συμμετείχαν στη Διαδικασία της Βουδαπέστης κινούνται προς την κατεύθυνση της χρήσης και της εναρμόνισης των ελέγχων κατά την είσοδο στα εξωτερικά σύνορά τους. Όμως, οι διατάξεις του προοιμίου των Συστάσεων της Πράγας αναφέρονται στις προϋποθέσεις του διεθνούς δικαίου για το παραδεκτό των αιτήσεων ασύλου που υποβάλλονται στα εξωτερικά σύνορα.
Ερωτήσεις που κλήθηκαν τα κράτη να απαντήσουν :
1. Περιλαμβάνει η κατάρτιση των συνοριακών φρουρών και άλλων αξιωματούχων που ασχολούνται με τα ζητήματα της παράνομης μετανάστευσης στοιχεία της προστασίας των προσφύγων ;
2. Στα συνοριακά σημεία εισόδου στη χώρα διανέμεται στους αιτούντες άσυλο τακτικά και σε έντυπη μορφή πληροφοριακό υλικό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους ;
Η θέση της Ύπατης Αρμοστείας (συνοπτικά): Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τη συνοριακή αστυνομία ή από τους αξιωματούχους της μετανάστευσης είναι καίριας σημασίας για τους αιτούντες άσυλο. Η διαπίστωση αυτή είναι ιδιαίτερα αληθινή στο πλαίσιο των αποφάσεων που υιοθετούνται για το εάν πρέπει ή όχι ο αιτών άσυλο να παραπεμφθεί στις αρχές που είναι αρμόδιες να καθορίσουν το καθεστώς του πρόσφυγα. Οι αποφάσεις των συνοριακών αξιωματούχων να μην διαβιβάζουν τις σχετικές αιτήσεις ασύλου στις προαναφερόμενες αρχές μπορεί να καταλήξουν σε επαναπροώθηση των ενδιαφερομένων στη χώρα καταγωγής και κατά συνέπεια σε παραβίαση του εθνικού και του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 33 της Σύμβασης του 1951. Κατά συνέπεια, η δραστηριότητα των συνοριακών αξιωματούχων πρέπει να είναι αυστηρά περιορισμένη στην καταγραφή των αιτήσεων ασύλου και στην κατά προτεραιότητα διαβίβασή τους στις αρμόδιες να αποφασίσουν αρχές. Η ευθύνη εξέτασης της βασιμότητας των ουσιαστικών περί ασύλου ισχυρισμών ανήκει αποκλειστικά στην κεντρική αρχή που είναι αρμόδια για τον καθορισμό του καθεστώτος του πρόσφυγα.
Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, η Ύπατη Αρμοστεία των Η.Ε. για τους Πρόσφυγες συστήνει όπως οι αξιωματούχοι που έρχονται σε επαφή με τους αιτούντες άσυλο γνωρίζουν τις υποχρεώσεις του κράτους έναντι των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων, όπως αυτές καθορίζονται από το εθνικό και το διεθνές δίκαιο. Πρέπει να είναι κατάλληλα καταρτισμένοι για τον τρόπο χειρισμού των αιτήσεων ασύλου, συμπεριλαμβανομένων των «ευαίσθητων περιπτώσεων» που στηρίζονται σε δίωξη που οφείλεται στο φύλο ή στους ισχυρισμούς ασύλου που επικαλούνται οι ανήλικοι. Ο σημαντικότερος ρόλος των συνοριακών αξιωματούχων είναι να αποτρέπουν την επαναπροώθηση των αιτούντων άσυλο στη χώρα καταγωγής και κατά συνέπεια φέρουν την ευθύνη της διαβίβασης της αίτησης στις αρμόδιες να αποφασίσουν για το καθεστώς του πρόσφυγα αρχές.
Σχετικά με την παροχή πληροφοριών σημειώνεται ότι οι αιτούντες άσυλο συνήθως δεν γνωρίζουν τις διοικητικές διαδικασίες που εφαρμόζονται στη χώρα ασύλου και άρα δυσκολεύονται να επικαλεστούν τα δικαιώματά τους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας καθορισμού του καθεστώτος του πρόσφυγα. Κατά συνέπεια, οι αιτούντες άσυλο που φθάνουν στα συνοριακά σημεία εισόδου έχουν ανάγκη την πρόσβαση σε βασικές πληροφορίες που αφορούν στη διαδικασία του ασύλου σε μια γλώσσα και σε ορολογία που είναι σε θέση να κατανοήσουν, προκειμένου να διευκολυνθούν στην υποβολή του αιτήματός τους. Η Ύπατη Αρμοστεία συστήνει την έγγραφη και χωρίς καθυστέρηση ενημέρωση των αιτούντων άσυλο για τις πρακτικές ρυθμίσεις που αφορούν στην υποδοχή τους στη χώρα ασύλου και κάθε χρήσιμη πληροφορία που αφορά στη διαδικασία ασύλου, για παράδειγμα στις συνεντεύξεις, στην υποβολή αποδεικτικών των ισχυρισμών τους στοιχείων και στην πρόσβαση στη δωρεάν νομική συνδρομή. Ειδικότερα, πρέπει να γνωρίζουν πώς λειτουργεί η διαδικασία καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.
Ανάλυση των απαντήσεων
1. Κατάρτιση των συνοριακών φρουρών και άλλων αξιωματούχων σε θέματα προστασίας των προσφύγων: το 84% των κρατών που συμμετείχαν στην έρευνα περιλαμβάνουν το γνωστικό αντικείμενο της προστασίας των προσφύγων στα σεμινάρια κατάρτισης των συνοριακών φυλάκων και άλλων αξιωματούχων που χειρίζονται θέματα παράνομης μετανάστευσης. Σε ποσοστό 3% τα ερωτηθέντα κράτη περιλαμβάνουν το γνωστικό αντικείμενο της προστασίας των προσφύγων στην κατάρτιση κάποιων αλλά όχι όλων ανεξαιρέτως των αξιωματούχων (για παράδειγμα στα σεμινάρια κατάρτισης που παρέχουν στην Αστυνομία αλλά όχι σ’ αυτά που παρέχουν στους συνοριακούς φρουρούς). Η κατάρτιση σε θέματα προστασίας των προσφύγων παρέχεται κάποιες φορές σε ειδικά σεμινάρια που οργανώνονται γι’ αυτούς τους αξιωματούχους ή σε μαθήματα που παραδίδονται στις Αστυνομικές Ακαδημίες, όπου εκπαιδεύονται αστυνόμοι και συνοριακοί φρουροί. Η Ύπατη Αρμοστεία συχνά συνεργάζεται με τις κυβερνήσεις και παρέχει τη σχετική κατάρτιση. Σε ποσοστό 6% τα κράτη ενημερώνουν σε ζητήματα προστασίας των προσφύγων τους συνοριακούς φρουρούς και τις μεθοριακές αστυνομικές αρχές. Στα πλαίσια της ενημέρωσης των συνοριακών φρουρών και άλλων αξιωματούχων η Ύπατη Αρμοστεία συχνά οργανώνει σεμινάρια και συνεδρίες κατάρτισης που καλύπτουν τις βασικές αρχές της προστασίας των προσφύγων.
2. Διάθεση και διανομή έγγραφης πληροφόρησης στους αιτούντες άσυλο: μόλις το 26% των ερωτηθέντων κρατών διανέμουν τακτικά και εγγράφως πληροφορίες στους αιτούντες άσυλο στα συνοριακά σημεία εισόδου. Σε ποσοστό 35% τα κράτη δεν διαθέτουν ούτε διανέμουν πληροφοριακά φυλλάδια και σε ποσοστό 26% τα σχετικά ενημερωτικά φυλλάδια σχεδιάζονται και εκδίδονται με πρωτοβουλία της κυβέρνησης, της Ύπατης Αρμοστείας ή των μη κυβερνητικών οργανώσεων αλλά δεν διανέμονται τακτικά στις συνοριακές περιοχές εισόδου στη χώρα ασύλου. Στην τελευταία περίπτωση, φαίνεται ότι συχνά υπάρχει πρόβλημα οργάνωσης ως προς την τακτική διανομή αυτής της πληροφορίας στα συνοριακά σημεία εισόδου. Σε δύο κράτη τώρα εκδίδονται ενημερωτικά φυλλάδια για τη διαδικασία ασύλου και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των αιτούντων άσυλο.
5. ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘΕΣΤΩΤΩΝ ΕΚΔΟΣΗΣ ΘΕΩΡΗΣΕΩΝ ΕΙΣΟΔΟΥ (ΒΙΖΑΣ)
Συστάσεις 19-22 :
«19. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να προσαρμόζουν προοδευτικά το καθεστώς έκδοσης θεωρήσεων εισόδου και διέλευσης, τις σχετικές διαδικασίες έκδοσης θεωρήσεων εισόδου καθώς και τις πρακτικές συνοριακών ελέγχων στις σχετικές πολιτικές και ρυθμίσεις που έχουν υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
20. Προτείνεται να ανατεθεί αποκλειστικά η αρμοδιότητα έκδοσης θεωρήσεων εισόδου σε συγκεκριμένες υπηρεσίες που θα αξιολογούν προσηκόντως εάν η χορήγησή τους θα συμβάλει στην ανάπτυξη παράνομων δραστηριοτήτων ή θα πλήξει τις προσπάθειες των συμβαλλομένων κρατών να ελέγξουν την παράνομη μετανάστευση.
21. Προτείνεται να ρυθμισθεί νομοθετικά η λήξη της θεώρησης εισόδου τουλάχιστον 30 ημέρες πριν την εκπνοή του ταξιδιωτικού εγγράφου, εφόσον με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η απομάκρυνση των παράνομων αλλοδαπών.
22. Προτείνεται η πραγματοποίηση συνάντησης εμπειρογνωμόνων στα πλαίσια της Διαδικασίας της Βουδαπέστης του 1998, υπό την ηγεσία της κυβέρνησης της Σλοβενίας, ώστε να ενισχυθεί η διαδικασία προσέγγισης του καθεστώτος θεωρήσεων εισόδου στα κράτη της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης και η υποστήριξη της διαδικασίας αυτής από την Ευρωπαϊκή Ένωση με το κατάλληλο πλαίσιο».
Ερωτήσεις που κλήθηκαν τα κράτη να απαντήσουν
1. Υπάρχει σύστημα έκδοσης θεωρήσεων εισόδου για ανθρωπιστικούς λόγους, δηλαδή παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης βίζας στις χώρες καταγωγής για ανθρωπιστικούς λόγους, συμπεριλαμβανομένων του κινδύνου δίωξης και της κακομεταχείρισης ;
2. Επιτρέπει η νομοθεσία την υποβολή αιτημάτων ασύλου στο έδαφος τρίτων χωρών;
Η θέση της Ύπατη Αρμοστείας (συνοπτικά) : τα κράτη έχουν κάθε νόμιμο και δικαιολογημένο συμφέρον να ελέγχουν την παράνομη μετανάστευση και να υιοθετούν σχετικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των θεωρήσεων εισόδου. Όμως, τα κράτη ενεργούν αντίθετα με τις διεθνείς υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει έναντι των προσφύγων όταν αυτά τα μέτρα για την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης πλήττουν την ικανότητα όσων κινδυνεύουν από δίωξη να έχουν πρόσβαση στην ασφάλεια και να τους παρέχεται άσυλο σε άλλες χώρες. Είναι επιθυμητό τα κράτη να μην εφαρμόζουν την προϋπόθεση της θεώρησης αδειών εισόδου για τους πολίτες των χωρών που κινδυνεύουν από σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Ύπατη Αρμοστεία ενθαρρύνει τα κράτη να εξαιρούν από την έκδοση θεωρήσεων εισόδου όσους μπορούν να αποδείξουν ότι αδυνατώντας να αναχωρήσουν από τη χώρα καταγωγής τους κινδυνεύουν από δίωξη ή από κακομεταχείριση. Αυτή η δυνατότητα θα πρέπει να παρέχεται επίσης από μια τρίτη – ενδιάμεση χώρα όταν η αδυναμία αναχώρησης από αυτή σημαίνει ότι ο ενδιαφερόμενος αιτών άσυλο θα στερηθεί τη διεθνή προστασία ή θα κινδυνεύσει από επαναπροώθηση στη χώρα καταγωγής του.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι προστασίας των δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων στα πλαίσια της προσέγγισης των καθεστώτων έκδοσης θεωρήσεων εισόδου και της επιβολής της προϋπόθεσης της θεώρησης εισόδου. Ένας από αυτούς είναι η έκδοση, στη χώρα καταγωγής, «θεώρησης εισόδου για ανθρωπιστικούς λόγους» σε όσους κινδυνεύουν από δίωξη ή κακομεταχείριση. Η πρακτική αυτή μπορεί επίσης να εφαρμοσθεί στις χώρες διέλευσης που δεν εγγυώνται την προσήκουσα προστασία στους ενδιαφερόμενους αιτούντες άσυλο. Αν και η πρακτική αυτή παρουσιάζει προβλήματα, εάν εφαρμοσθεί προσεκτικά, μπορεί να αμβλύνει τα αρνητικά για την προστασία των προσφύγων αποτελέσματα της προϋπόθεσης της θεώρησης εισόδου.
Ένας δεύτερος τρόπος προστασίας των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων από τα εμπόδια που θέτει στην πρόσβασή τους στη διαδικασία ασύλου η προϋπόθεση έκδοσης θεώρησης εισόδου είναι η παροχή της δυνατότητας σε όσους αδυνατούν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους να υποβάλουν την αίτησή τους για άσυλο στις προξενικές ή διπλωματικές αρχές του κράτους ασύλου που εδρεύουν στη χώρα καταγωγής τους. Έτσι, δεν αναγκάζονται να μεταβούν στη χώρα ασύλου για να εξεταστεί το αίτημά τους. Ένας μικρός αριθμός κρατών έχει εγκαινιάσει ειδικά προγράμματα και διαδικασίες οι οποίες επιτρέπουν σε άτομα της κατηγορίας αυτής να υποβάλουν τις αιτήσεις τους για άσυλο στη χώρα καταγωγής, συνήθως σε διπλωματικές ή προξενικές αντιπροσωπείες. Αυτοί οι μηχανισμοί της «άμεσης αναχώρησης» πρέπει να αντιμετωπισθούν ως συμπλήρωμα και όχι ως υποκατάστατο της πρόσβασης στην προστασία στο έδαφος άλλων κρατών.
Ανάλυση των απαντήσεων
1. Ύπαρξη συστήματος έκδοσης θεωρήσεων εισόδου για ανθρωπιστικούς λόγους: σε ποσοστό 23% τα ερωτηθέντα κράτη προβλέπουν στη νομοθεσία τους την έκδοση θεωρήσεων εισόδου για ανθρωπιστικούς ή άλλους παρεμφερείς λόγους. Ποικίλλουν βέβαια από κράτος σε κράτος οι ειδικότερες λεπτομέρειες που αφορούν στις προϋποθέσεις έκδοσης αυτών των θεωρήσεων εισόδου και συνήθως συγκεκριμενοποιούνται στη νομοθεσία ή σε εγκυκλίους. Σε ποσοστό 13% τα ερωτηθέντα κράτη δεν προβλέπουν σύστημα έκδοσης θεωρήσεων εισόδου για ανθρωπιστικούς λόγους οι οποίες όμως μπορεί να χορηγηθούν για παράδειγμα με την άσκηση από τον Υπουργό διακριτικής ευχέρειας (αν και σε μια περίπτωση η δυνατότητα αυτή φαίνεται να περιορίζεται σε όσους προέρχονται από συγκεκριμένη χώρα). Σε ποσοστό 61% η νομοθεσία των κρατών δεν προβλέπει σύστημα έκδοσης θεωρήσεων εισόδου για ανθρωπιστικούς λόγους.
2. Δυνατότητα υποβολής αίτησης ασύλου στο έδαφος τρίτης χώρας: το 39% των ερωτηθέντων κρατών προβλέπει τη δυνατότητα υποβολής της αίτησης ασύλου στις διπλωματικές ή προξενικές αντιπροσωπείες τους. Αυτή η πρακτική εφαρμόζεται κυρίως από τα κράτη της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης. Ένας κράτος επιτρέπει εν μέρει την υποβολή της αίτησης ασύλου στο εξωτερικό, αφού η σχετική νομοθετική ρύθμιση ισχύει μόνον για υψηλόβαθμους αξιωματούχους. Σε ποσοστό 54% η νομοθεσία των ερωτηθέντων κρατών δεν προβλέπει την υποβολή του αιτήματος ασύλου σε τρίτες χώρες.
6. ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΕΠΑΝΕΙΣΔΟΧΗΣ / ΕΥΘΥΝΗ ΕΞΕΤΑΣΗΣ
ΤΩΝ ΑΙΤΗΜΑΤΩΝ ΑΣΥΛΟΥ
Σύσταση 23 : «Προτείνεται να εξεταστεί η δυνατότητα ανάπτυξης ενός ολοκληρωμένου ευρωπαϊκού συστήματος για τον καθορισμό της ευθύνης για την εξέταση των αιτήσεων ασύλου με βάση τις αρχές της Σύμβασης του Δουβλίνου».
Επιστροφή στη χώρα καταγωγής και συμφωνίες επανεισδοχής
β) Συμφωνίες επανεισδοχής
Συστάσεις 33-38 :
«33. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να συνεχίσουν τις προσπάθειες σύναψης συμφωνιών επανεισδοχής, που θα περιλαμβάνουν ρήτρες για τους πολίτες τους, για τους πολίτες τρίτων κρατών, για τη διέλευση με σκοπό την ασφαλή επιστροφή και για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
34. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να εφαρμόζουν ενιαίο τύπο για τις συμφωνίες επανεισδοχής λαμβάνοντας υπόψη το υπόδειγμα της διμερούς συμφωνίας επανεισδοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή οιοδήποτε άλλο αποδεκτό από όλα τα συμμετέχοντα κράτη.
35. Προτείνεται να χρησιμοποιούν όλα τα κράτη τους πλέον ευέλικτους και ταχείς τύπους επανεισδοχής, για παράδειγμα επανεισδοχή με βάση τις ελάχιστες διαδικαστικές ρυθμίσεις ανάμεσα στις αρμόδιες αρχές, καθορισμένα σημεία επαφών, τυποποιημένα έντυπα σε δύο γλώσσες, απλουστευμένη αναγνώριση αποδείξεων, και να υιοθετούν περαιτέρω μέτρα που συμβάλουν στην αποτελεσματικότητα της εφαρμογής αυτών των συμφωνιών και μειώνουν το χρόνο χειρισμού αυτών των υποθέσεων.
36. Προτείνεται, όταν τα συμμετέχοντα κράτη εξετάζουν το ενδεχόμενο κατάργησης των θεωρήσεων εισόδου για την είσοδο σε άλλο κράτος – λαμβάνοντας επίσης υπόψη το συμφέρον άλλων συμμετεχόντων κρατών – να συνάπτουν συμφωνία επανεισδοχής με το ενδιαφερόμενο κράτος.
37.Προτείνεται όπως οι ρήτρες επανεισδοχής, που αφορούν τόσο τους πολίτες των συμβαλλομένων κρατών όσο και τους πολίτες τρίτων χωρών, να περιλαμβάνονται στις συμφωνίες γενικής συνεργασίας με τις χώρες που αποτελούν πηγή παράνομης μετανάστευσης, όπως σε συμφωνίες για την οικονομική και πολιτική συνεργασία.
38. Προτείνεται οι διακυβερνητικές διαβουλεύσεις να συνεχίσουν να τηρούν κατάλογο των συμφωνιών επανεισδοχής που έχουν συνάψει τα ευρωπαϊκά κράτη».
Ερωτήσεις που κλήθηκαν τα κράτη να απαντήσουν :
1. Οι συμφωνίες επανεισδοχής που συνάπτονται μεταξύ των κρατών προβλέπουν τη δυνατότητα της επιστροφής των αιτούντων άσυλο στις τρίτες χώρες;
2. Στην περίπτωση της καταφατικής απάντησης στην προηγούμενη ερώτηση, καλύπτουν αυτές οι συμφωνίες επανεισδοχής όλες τις κατηγορίες των αιτούντων άσυλο τρίτων χωρών ;
3. Περιλαμβάνουν οι συμφωνίες επανεισδοχής εγγυήσεις που διασφαλίζουν στους απομακρυνόμενους αιτούντες άσυλο την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου στη χώρα υποδοχής - επιστροφής (η ευθύνη της εξέτασης της αίτησης ασύλου αναλαμβάνεται από το κράτος υποδοχής) ;
4. Οι χώρες που δεν είναι μέρη στη Σύμβαση του Δουβλίνου έχουν συνάψει ή εξετάζουν το ενδεχόμενο σύναψης συμφωνιών για την αρμοδιότητα εξέτασης των αιτήσεων ασύλου;
Η θέση της Ύπατης Αρμοστείας (συνοπτικά) : Η Ύπατη Αρμοστεία θεωρεί ότι οι συμφωνίες επανεισδοχής περιλαμβάνουν ρυθμίσεις που αφορούν στην απομάκρυνση των παράνομα εισερχομένων στα κράτη αλλοδαπών προς ένα άλλο συμβαλλόμενο κράτος. Κατά την άποψή της, δεν πρέπει να αποτελούν τη βάση αυτόματης επιστροφής των αιτούντων άσυλο σε ενδιάμεσες χώρες, εκτός εάν ορίζουν ρητά για το ιδιαίτερο καθεστώς τους και τις ανάγκες προστασίας τους.
Όταν κάποιος αλλοδαπός υποβάλει αίτηση ασύλου και αυτή η αίτηση δεν έχει εξεταστεί επί της ουσίας, το ζήτημα της επανεισδοχής του σε ένα άλλο κράτος αφορά ουσιαστικά στην εξέταση του αιτήματος ασύλου στο κράτος αυτό.
Η Ύπατη Αρμοστεία έχει εντοπίσει τους ακόλουθους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να κριθεί εάν επιτρέπεται η επιστροφή στην ενδιάμεση χώρα:
Οι συμφωνίες επανεισδοχής πρέπει να ορίζουν ρητά ότι το κράτος επανεισδοχής υποχρεούται να εκφράσει τη βούλησή του να επιτρέψει στον αιτούντα άσυλο, πριν επιστρέψει στο έδαφός του, την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου. Διαφορετικά, ο αιτών άσυλο θα κινδυνεύσει από επαναπροώθηση στη χώρα καταγωγής.
Η Σύμβαση του Δουβλίνου είναι ειδικό συμβατικό κείμενο που ορίζει για την ευθύνη του κράτους που είναι αρμόδιο να εξετάσει το αίτημα ασύλου. Η Ύπατη Αρμοστεία καλωσόρισε τις πρωτοβουλίες που αναλήφθηκαν το 1990 για την υιοθέτησή της, επειδή προβλέπει ένα μηχανισμό που δεσμεύει τα κράτη μέλη της ΕΕ και καθορίζει το κράτος που είναι κατ’ αποκλειστικότητα αρμόδιο να εξετάσει το αίτημα ασύλου που υποβάλλεται σε ένα κράτος μέλος. Όμως, η Ύπατη Αρμοστεία κρίνει ότι αποτελεί πρόβλημα η δυνατότητα που παρέχει η Σύμβαση στα κράτη μέλη να αποποιούνται την ευθύνη εξέτασης του αιτήματος ασύλου υπέρ ενός άλλου μη ευρωπαϊκού κράτους, κατ’ εφαρμογή της έννοιας της «τρίτης ασφαλούς χώρας». Η Ύπατη Αρμοστεία πιστεύει ότι ο καθορισμός της ευθύνης για την εξέταση των αιτήσεων ασύλου ρυθμίζεται αποτελεσματικότερα στα πλαίσια μιας ειδικής πολυμερούς συμφωνίας που συμπεριλαμβάνει εγγυήσεις για τους αιτούντες άσυλο και όχι με την εφαρμογή των μηχανισμών που προβλέπουν οι συμφωνίες επανεισδοχής.
Ανάλυση των απαντήσεων
1. Δυνατότητα επιστροφής των αιτούντων άσυλο στα πλαίσια της εφαρμογής των συμφωνιών επανεισδοχής: Από τα 31 κράτη που συμμετείχαν στην έρευνα τα 26 έχουν συνάψει συμφωνίες επανεισδοχής. Σε ποσοστό 85% τα κράτη έχουν συμφωνήσει για την επιστροφή των αιτούντων άσυλο σε μια ενδιάμεση χώρα ενώ σε ποσοστό 15% έχουν εξαιρέσει αυτήν την κατηγορία αλλοδαπών από το πεδίο εφαρμογής των συμφωνιών επανεισδοχής. Οι συμφωνίες επανεισδοχής που έχουν συνάψει δύο κράτη προβλέπουν ότι οι αιτούντες άσυλο μπορούν να απομακρυνθούν σε μια ενδιάμεση χώρα μόνον εάν η διαδικασία ασύλου έχει ήδη ξεκινήσει στη χώρα επανεισδοχής. Τρία κράτη δεν έχουν συνάψει συμφωνίες επανεισδοχής και για τα υπόλοιπα δύο δεν είναι σαφές εάν δεν έχουν συνάψει συμφωνίες επανεισδοχής ή εάν έχουν εξαιρέσει τους αιτούντες άσυλο από το πεδίο εφαρμογής τους.
2. Κάλυψη όλων των κατηγοριών των αιτούντων άσυλο: Σε ποσοστό 41% τα κράτη με τις συμφωνίες επανεισδοχής επιτρέπουν την επιστροφή όλων των αιτούντων άσυλο σε μια ενδιάμεση χώρα και σε ποσοστό μόλις 18% περιορίζουν τις κατηγορίες των αιτούντων άσυλο που μπορεί να απομακρυνθούν από το έδαφός τους. Για παράδειγμα, στα πλαίσια εφαρμογής των συμφωνιών επανεισδοχής ένα κράτος απαγορεύει την επιστροφή των αναγνωρισμένων προσφύγων και αυτών που απολαμβάνουν προσωρινή προστασία. Δεν παρασχέθηκαν περαιτέρω πληροφορίες από τα κράτη των οποίων οι συμφωνίες επανεισδοχής προβλέπουν την επιστροφή των αιτούντων άσυλο.
3. Εγγυήσεις για την πρόσβαση των αιτούντων άσυλο στη διαδικασία ασύλου της χώρας επανεισδοχής: σε ποσοστό 81% τα κράτη που έχουν συνάψει συμφωνίες επανεισδοχής των αιτούντων άσυλο δεν προβλέπουν στη νομοθεσία τους εγγυήσεις για την πρόσβασή τους στη διαδικασία ασύλου του κράτους επανεισδοχής. Μόλις ένα κράτος στα πλαίσια διμερούς δέσμευσής του με συμφωνία επανεισδοχής εγγυάται την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου. Είναι γενικά αποδεικτό ότι καμιά ρήτρα συμφωνίας επανεισδοχής δεν μπορεί να υποθάλψει τις δεσμευτικές υποχρεώσεις που τα κράτη ανέλαβαν με τη Σύμβαση του 1951. Κατά συνέπεια, τα κράτη επανεισδοχής υποχρεούνται να επιτρέπουν στους αιτούντες άσυλο την πρόσβαση στη διαδικασία καθορισμού του καθεστώτος του πρόσφυγα. Δύο από τα κράτη που δεσμεύονται με συμφωνίες επανεισδοχής απάντησαν ότι η έννοια της «τρίτης ασφαλούς χώρας ασύλου» περιλαμβάνεται στη νομοθεσία και πρακτική που αφορά στο άσυλο. Για παράδειγμα, η εθνική νομοθεσία ασύλου ενός κράτους ορίζει ότι είναι δυνατή η επιστροφή του αιτούντα άσυλο σε μια ενδιάμεση χώρα μόνον εφόσον το κράτος προορισμού επιτρέπει στον ενδιαφερόμενο να υποβάλει αίτηση ασύλου και σέβεται την αρχή της μη επαναπροώθησης.
4. Συμφωνίες τύπου Δουβλίνου που έχουν συναφθεί από κράτη που δεν είναι μέρη στη Σύμβαση του Δουβλίνου: από τα 31 κράτη που συμμετείχαν στην έρευνα τα 23 δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση του Δουβλίνου. Από αυτά σε ποσοστό 30% δεν έχουν υπογράψει και δεν εξετάζουν το ενδεχόμενο υπογραφής οιασδήποτε συμφωνίας για τον καθορισμό του κράτους που είναι αρμόδιο να εξετάσει μια αίτηση ασύλου. Σε ποσοστό 26% δεν έχουν συνάψει παρόμοιες συμφωνίες αλλά σχεδιάζουν την εφαρμογή της Σύμβασης του Δουβλίνου με την ολοκλήρωση της ένταξης στην Ε.Ε. Ένα κράτος έχει υπογράψει συμφωνία σύνδεσης ειδικά για την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης του Δουβλίνου. Δύο κράτη εξετάζουν το ενδεχόμενο υπογραφής – εκτός του πλαισίου της Σύμβασης του Δουβλίνου – μιας συμφωνίας για τον καθορισμό του κράτους που είναι αρμόδιο για την εξέταση των αιτημάτων ασύλου. Τα υπόλοιπα κράτη δεν παρείχαν πληροφορίες.
7. ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ
Συστάσεις 1, 2, 5 :
«1. Προτείνεται να συμφωνηθεί από κοινού ότι το περιεχόμενο των όρων «εμπορία» αλλοδαπών περιλαμβάνει τις πράξεις που διαπράττονται με πρόθεση και έχουν ως στόχο τη διευκόλυνση της εισόδου ή της παραμονής των αλλοδαπών στο έδαφος του κράτους υποδοχής κατά παράβαση των σχετικών κανόνων δικαίου και των θεσμοθετημένων προϋποθέσεων που εφαρμόζονται σύμφωνα με το ισχύον εθνικό νομικό πλαίσιο.
2. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη, τα οποία δεν το έχουν ήδη πράξει, να ποινικοποιήσουν με την υιοθέτηση εθνικής νομοθεσίας την εμπορία ή την απόπειρα εμπορίας αλλοδαπών προβλέποντας ταυτόχρονα για την υποκίνηση, τη συνέργεια και την εξώθηση στη διάπραξη του εγκλήματος. Ειδική βαρύτητα πρέπει να δοθεί στην εμπορία αλλοδαπών με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση.
5. Προτείνεται η τιμωρία της εμπορίας αλλοδαπών με αποτελεσματικές, ανάλογες με το αδίκημα και αποτρεπτικές ποινές που μπορεί να περιλαμβάνουν φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών (και εφόσον συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις τριών ετών) και να αναγνωριστεί η σημασία της παράλληλης επιβολής προστίμων».
Διάταξη του Προοιμίου : «Υπογραμμίζοντας την ευάλωτη θέση των αλλοδαπών, θυμάτων εμπορίας, αναγνωρίζοντας την ανάγκη ανθρωπιστικής μεταχείρισής τους θα πρέπει να θεσμοθετηθεί σαφής διάκριση μεταχείρισης ανάμεσα στον αυτουργό του αδικήματος και το θύμα του αναφορικά με τις αρχές, τους τύπους και τα επίπεδα των ποινών».
Ερωτήσεις που κλήθηκαν τα κράτη να απαντήσουν :
1. Προβλέπει η νομοθεσία και η πρακτική διάκριση ανάμεσα στην εμπορία και στη διακίνηση αλλοδαπών ;
2. Ποιες ποινές επιβάλλονται στους εμπόρους, στους διακινητές και στα θύματά τους αντίστοιχα ;
Η θέση της Ύπατης Αρμοστείας (συνοπτικά): Η Ύπατη Αρμοστεία συμφωνεί με τα κράτη ότι η σε μεγάλη κλίμακα οργανωμένη εμπορία αλλοδαπών μπορεί να οδηγήσει σε κατάχρηση των εθνικών διαδικασιών μετανάστευσης ή ασύλου. Περαιτέρω, για την εμπορία και διακίνηση αυτών των ανθρώπων ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό διακρατικές εγκληματικές οργανώσεις, που δεν ενδιαφέρονται για τη ζωή των θυμάτων τους. Όμως, λαμβάνοντας υπόψη τα ολοένα αυξανόμενα εμπόδια που συναντούν οι αιτούντες άσυλο στην πρόσβαση στην ασφάλεια, πολλοί ειλικρινείς πρόσφυγες μπορεί να μην έχουν άλλη βιώσιμη επιλογή από το να προστρέξουν στις υπηρεσίες που παρέχουν οι έμποροι και οι διακινητές. Η Ύπατη Αρμοστεία γνωρίζει περιπτώσεις διακινούμενων αλλοδαπών, ειδικά γυναικών και παιδιών που, υπό προϋποθέσεις, έχουν ανάγκη διεθνούς προστασίας. Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, οι ανησυχίες για τον έλεγχο της μετανάστευσης δεν πρέπει να σκιάζουν την ανάγκη προστασίας των θυμάτων ή τη δέσμευση των κρατών για σεβασμό του δικαιώματος του κάθε ανθρώπου να ζητά και να του παρέχεται άσυλο από τη δίωξη. Κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να εναρμονιστούν τα μέτρα που αποσκοπούν στην καταπολέμηση της διακίνησης μεταναστών και εμπορίας ανθρώπων με τις ισχύουσες για τα κράτη δεσμευτικές υποχρεώσεις του διεθνούς δικαίου και ιδιαίτερα με την αρχή της μη επαναπροώθησης.
Είναι αναγκαίο να υιοθετηθούν εγγυήσεις για την προστασία των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων που είναι θύματα της διακίνησης αλλοδαπών και συλλαμβάνονται από τις κρατικές αρχές, οι οποίες ενεργώντας στα πλαίσια εφαρμογής των μέτρων που προβλέπει ο νόμος εκτός της επικράτειας τους θα πρέπει να υιοθετούν όλα τα αναγκαία μέτρα για τον εντοπισμό των αιτούντων άσυλο και προσφύγων στις ομάδες των συλλαμβανομένων και να διασφαλίζουν ότι δεν θα επαναπροωθούνται, άμεσα ή έμμεσα, σε μια χώρα όπου κινδυνεύουν από δίωξη όσοι έχουν ανάγκη τη διεθνή προστασία. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 31 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, οι αιτούντες άσυλο και οι πρόσφυγες δεν πρέπει να τιμωρούνται για την παράνομη είσοδο ή παρουσία τους στη χώρα ασύλου ούτε επειδή εισήλθαν στη χώρα με τη βοήθεια διακινητή.
Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο για τη Διακίνηση των Αλλοδαπών που υιοθετήθηκε το Δεκέμβριο του 2000 στο Παλέρμο υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, ο ποινικός χαρακτήρας του αδικήματος της «διακίνησης των αλλοδαπών» στηρίζεται στο συνδυασμό δύο στοιχείων, κυρίως στην παραβίαση των διατάξεων του μεταναστευτικού δικαίου και στην επιδίωξη υλικού ή άλλου οφέλους. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου όσοι διευκολύνουν την παράνομη είσοδο ή παραμονή των αλλοδαπών ή των προσφύγων από συμπόνια, ωθούμενοι από αισθήματα αλληλεγγύης και βοήθειας δυστυχισμένων ανθρώπων.
Ανάλυση των απαντήσεων:
1. Διάκριση των εννοιών «εμπορία» και «διακίνηση» : σε ποσοστό 29% οι νομοθεσίες των κρατών που συμμετείχαν στην έρευνα διακρίνουν ανάμεσα στις προαναφερόμενες έννοιες και συχνά η θέση αυτή εκφράζεται με τις ποινές που επιβάλλονται για κάθε αδίκημα. Σε ποσοστό 6% οι νομοθεσίες των κρατών που συμμετείχαν στην έρευνα προβλέπουν εν μέρει τη διάκριση των δύο εννοιών. Για παράδειγμα, σε ένα κράτος δεν έχει υιοθετηθεί νομοθετική διάκριση, αλλά οι αρχές εφαρμόζουν τους όρους όπως αναφέρονται στα δύο Πρωτόκολλα της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την Καταπολέμηση του Διακρατικού Οργανωμένου Εγκλήματος. Σε ποσοστό 45% οι εθνικές νομοθεσίες των κρατών δεν διακρίνουν ανάμεσα στις δύο έννοιες. Σε αυτά τα κράτη τόσο οι διακινητές όσο και οι έμποροι τιμωρούνται για το αδίκημα της συνδρομής ή της διευκόλυνσης της εισόδου των παράνομων αλλοδαπών στη χώρα καθώς και για άλλα αδικήματα που προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα, όπως είναι η αρπαγή και ο εκβιασμός. Περαιτέρω, οι εθνικές νομοθεσίες κάποιων εκ των κρατών που συμμετείχαν στην έρευνα επιφυλάσσουν διαφορετική μεταχείριση στους αυτουργούς του αδικήματος της εμπορίας/ διακίνησης ανάλογα με τον αριθμό τους και το τυχόν οικονομικό όφελος που αποφέρει η δραστηριότητά τους.
2. Ποινές που προβλέπονται για τους εμπόρους και τους διακινητές και τα θύματα τους: η τιμωρία που επιβάλλεται στους εμπόρους και στους διακινητές συνίσταται σε ποινή φυλάκισης και / ή επιβολή προστίμου. Η φυλάκιση ποικίλει από 8 ημέρες έως 15 χρόνια. Η νομοθεσία αρκετών κρατών προβλέπει αυστηρότερες ποινές εάν χρησιμοποιείται βία ή εάν το αδίκημα διαπράττεται με σκοπό το οικονομικό όφελος ή από οργανωμένη ομάδα. Προβλέπονται επίσης βαρύτατα πρόστιμα συνήθως ως εναλλακτική της φυλάκισης τιμωρία. Αρκετά κράτη προβλέπουν επίσης την κατάσχεση των οχημάτων ή των άλλων μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την τέλεση του εγκλήματος. Σε ποσοστό 45% οι νομοθεσίες των κρατών που συμμετείχαν στην έρευνα προβλέπουν τη δίωξη των θυμάτων της εμπορίας και της διακίνησης συνήθως για το αδίκημα της παράνομης εισόδου στη χώρα. Οι ποινές προβλέπουν πρόστιμα, μικρότερου ύψους από αυτά που επιβάλλονται στους διακινητές ή φυλάκισης έως δύο χρόνια. Πολλά κράτη προβλέπουν αυστηρότερες ποινές για τους υπότροπους αλλοδαπούς εγκληματίες. Σε ποσοστό 50% οι νομοθεσίες των κρατών που συμμετείχαν στην έρευνα εξαιρούν τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες από τις ποινές που επιβάλλονται στα θύματα της εμπορίας και της διακίνησης των αλλοδαπών.
8. ΚΡΑΤΗΣΗ
Η Διαδικασία της Βουδαπέστης: Η Διάσκεψη Υπουργών της Πράγας που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της Διαδικασίας της Βουδαπέστης πρότεινε την ενίσχυση των κυρώσεων για την παράνομη μετανάστευση, συμπεριλαμβανομένων της παράνομης εισόδου, της χρήσης πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων και της διακίνησης προσώπων. Αυτές οι πολιτικές ενδέχεται να πλήξουν τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες.
Σύσταση Νο. 5: «Προτείνεται η τιμωρία της εμπορίας αλλοδαπών με αποτελεσματικές, ανάλογες με το αδίκημα και αποτρεπτικές ποινές που μπορεί να περιλαμβάνουν φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών (και εφόσον συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις τριών ετών) και να αναγνωριστεί η σημασία της παράλληλης επιβολής προστίμων».
Σύσταση Νο. 8: «Λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 31 της Σύμβασης της Γενεύης, προτείνεται εν γένει η καταδίκη όσων διασχίζουν παράνομα τα σύνορα σε ποινές αποτελεσματικές, ανάλογες του αδικήματος που διαπράχθηκε και αποτρεπτικές, που μπορεί να περιλαμβάνουν πρόστιμο και σε επιβαρυντικές περιπτώσεις βραχύχρονη φυλάκιση καθώς και η επαναπροώθηση των μεταναστών που εισέρχονται παράνομα και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις νόμιμης παραμονής εκτός εάν για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους ή βάσει διατάξεων του διεθνούς δικαίου είναι ανέφικτη η απομάκρυνσή τους».
Σύσταση Νο. 10 : «Προτείνεται η υιοθέτηση κυρώσεων για την παραγωγή, διάθεση και χρήση πλαστών εγγράφων με την επιβολή ποινών αποτελεσματικών, ανάλογων του αδικήματος που διαπράχθηκε και αποτρεπτικών, οι οποίες μπορεί να συνίστανται σε φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών, πρόστιμο και κατάσχεση αυτών των εγγράφων και των εσόδων που αποφέρουν αυτές οι δραστηριότητες».
Ερώτηση που κλήθηκαν τα κράτη να απαντήσουν :
1. Προβλέπει η νομοθεσία την επιβολή του μέτρου της κράτησης των αιτούντων άσυλο;
Η θέση της Ύπατης Αρμοστείας (συνοπτικά) : κατά την άποψη της Ύπατης Αρμοστείας η κράτηση των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων δεν συνάδει με το καθεστώς τους. Ενώ κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να ελέγχει τους αλλοδαπούς στους οποίους επιτρέπει να εισέρχονται και να διαμένουν στο έδαφός του η πρακτική της κράτησης των αιτούντων άσυλο είναι νόμιμη μόνον εφόσον είναι σύμφωνη με το σχετικό πλαίσιο του εθνικού αλλά και του διεθνούς δικαίου, ειδικότερα με τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Σχετικά, η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 31 της Σύμβασης του 1951 προβλέπει ότι τα κράτη δεν θα επιβάλλουν κυρώσεις για την παράνομη είσοδο ή παραμονή των προσφύγων που φθάνουν στο έδαφός τους απευθείας από τη χώρα όπου η ζωή τους ή η ελευθερία τους κινδυνεύει, εφόσον παρουσιάζονται χωρίς καθυστέρηση ενώπιον των αρμοδίων αρχών και εξηγούν τους λόγους της παράνομης εισόδου τους ή παρουσίας τους. Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 31 της Σύμβασης του 1951 προβλέπει ότι τα κράτη δεν θα επιβάλουν (όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου) στις κινήσεις των προσφύγων παρά μόνον τα αναγκαία περιοριστικά μέτρα, τα οποία θα εφαρμόζονται μόνον μέχρις ότου ρυθμισθεί το καθεστώς των επί του εδάφους της χώρας εισδοχής ευρισκομένων προσφύγων ή αποκτήσουν άδεια εισόδου σε άλλη χώρα. Το άρθρο 31 εφαρμόζεται όχι μόνον στους αναγνωρισμένους πρόσφυγες αλλά και στους αιτούντες άσυλο εκκρεμούσης της διαδικασίας καθορισμού του καθεστώτος του πρόσφυγα.
Η Ύπατη Αρμοστεία θεωρεί ότι η κράτηση είναι : «η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας σε ορισμένο ή περιορισμένο χώρο, συμπεριλαμβανομένων φυλακών, κλειστών στρατοπέδων, κρατητηρίων ή ζωνών διέλευσης αεροδρομίων, όπου η ελευθερία κυκλοφορίας είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη και η μόνη δυνατότητα εγκατάλειψης της περιορισμένης ζώνης κράτησης είναι η αναχώρηση από την χώρα».
Θα πρέπει να εξετάζεται κατ’ αρχήν η δυνατότητα εφαρμογής εναλλακτικών μέτρων, όπως είναι η περιοδική εμφάνιση του αιτούντα άσυλο ενώπιον των αρχών. Η κράτηση πρέπει να επιβάλλεται μόνον αφού εξεταστούν όλες οι πιθανές εναλλακτικές λύσεις.
Για να διασφαλισθεί η συμμόρφωση με το άρθρο 31 η κράτηση των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων πρέπει να εφαρμόζεται μόνον όταν είναι πράγματι αναγκαία. Κατά συνέπεια, η κράτηση των αιτούντων άσυλο δεν πρέπει να επιβάλλεται αυτόματα ούτε να παρατείνεται αναιτιολόγητα.
Υπό το φως των προαναφερόμενων σκέψεων, εάν κρίνεται αναγκαίο, μπορεί να επιβάλλεται το μέτρο της κράτησης των αιτούντων άσυλο :
α) προκειμένου να επαληθευθεί η ταυτότητάς τους,
β) προκειμένου να διευκρινιστούν τα στοιχεία στα οποία στηρίζονται οι περί ασύλου ισχυρισμοί τους,
γ) στις περιπτώσεις όπου οι αιτούντες άσυλο έχουν καταστρέψει τα ταξιδιωτικά τους και / ή τα έγγραφα ταυτότητάς τους ή έχουν χρησιμοποιήσει πλαστά έγγραφα προκειμένου να παραπλανήσουν τις αρχές του κράτους όπου υποβάλουν αίτημα ασύλου.
δ) για λόγους προστασίας εθνικής ασφάλειας και δημόσιας τάξης.
Αυτές οι επιτρεπτές εξαιρέσεις στη γενική απαγόρευση κράτησης των αιτούντων άσυλο πρέπει να προβλέπονται από το νόμο με επαρκείς λεπτομέρειες ώστε να ρυθμίζεται η κάθε περίπτωση εξατομικευμένα. Η Εκτελεστική Επιτροπή προτείνει επίσης να υπόκεινται τα μέτρα κράτησης σε δικαστική ή διοικητική αναθεώρηση.
Ανάλυση των απαντήσεων
Σε ποσοστό 19% οι νομοθεσίες των κρατών που συμμετείχαν στην μελέτη προβλέπουν την κράτηση των αιτούντων άσυλο και εφαρμόζουν τις σχετικές διατάξεις. Σε ποσοστό 42% οι νομοθεσίες των κρατών επιτρέπουν την κράτηση των αιτούντων άσυλο αλλά δεν παρασχέθηκαν πληροφορίες για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων. Σε ποσοστό 6% οι νομοθεσίες των κρατών προβλέπουν την κράτηση των αιτούντων άσυλο, αλλά οι αρχές δεν επιβάλλουν αυτό το μέτρο. Αντίθετα, σε ποσοστό 13% τα κράτη που συμμετείχαν στην έρευνα διατάσσουν το μέτρο της κράτησης των αιτούντων άσυλο χωρίς όμως αυτό να προβλέπεται ρητά στη νομοθεσία τους. Κάποιες φορές η κράτηση διατάσσεται αυτόματα εκκρεμούσης της έκδοσης απόφασης επί του παραδεκτού του αιτήματος ασύλου αλλά μπορεί να επιβληθεί και ως κύρωση για την παράνομη είσοδο ή παραμονή στη χώρα ασύλου. Σε ένα από τα κράτη οι αιτούντες άσυλο κρατούνται για την παράνομη είσοδο και δεν απολύονται από τα κρατητήρια ακόμα και μετά την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα στο πρόσωπό τους. Η νομοθεσία αρκετών κρατών προβλέπει την κράτηση των αιτούντων άσυλο στα συνοριακά σημεία εισόδου εκκρεμούσης της έκδοσης απόφασης για το παραδεκτό της αίτησης ασύλου. Οι περίοδοι της κράτησης ποικίλουν από 48 ώρες έως 18 μήνες. Ποικίλει επίσης από κράτος σε κράτος και η δυνατότητα δικαστικής αναθεώρησης του μέτρου της κράτησης. Η νομοθεσία αρκετών κρατών επιτρέπει τη συνέχιση της κράτησης του αιτούντα άσυλο εκκρεμούσης της διαδικασίας καθορισμού του καθεστώτος του πρόσφυγα στις περιπτώσεις που η σχετική αίτηση ασύλου υποβλήθηκε μετά την έκδοση απόφασης απέλασης.
9. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΩΝ
Σύσταση Νο. 9 : « Προτείνεται να υιοθετηθούν μέτρα για τη διασφάλιση της προσήκουσας προστασίας των για λόγους σεξουαλικής εκμετάλλευσης θυμάτων των εμπόρων τα οποία παρέχουν πληροφορίες για την εμπορία και εμφανίζονται όταν απαιτείται ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων για να παράσχουν αποδείξεις. Τα προαναφερόμενα μέτρα μπορεί να συνίστανται, ανάλογα με την περίπτωση, στη χορήγηση προσωρινής άδειας παραμονής και να διασφαλίζουν την αναγκαία διακριτική μεταχείριση των αλλοδαπών που είναι θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης των εμπόρων».
Ερωτήσεις που κλήθηκαν τα κράτη να απαντήσουν :
1. Υπάρχουν ειδικές διατάξεις νόμου ή πρακτικές που εφαρμόζονται για τη μεταχείριση των γυναικών και των παιδιών που εισέρχονται και διαμένουν παράνομα στη χώρα ή που είναι θύματα εμπόρων συμπεριλαμβανομένου του μέτρου της κράτησης ;
2. Υπάρχουν ειδικές διατάξεις νόμου για τη μεταχείριση των γυναικών και των παιδιών που ζητούν άσυλο και εισέρχονται και διαμένουν παράνομα στη χώρα ή είναι θύματα εμπόρων, συμπεριλαμβανομένου του μέτρου της κράτησης ;
Η θέση της Ύπατη Αρμοστείας (συνοπτικά)
Γυναίκες : Οι γυναίκες αιτούσες άσυλο είναι ευάλωτες σε προβλήματα προστασίας όταν φθάνουν στη χώρα υποδοχής, ειδικότερα αν δεν συνοδεύονται από μέλη της οικογένειάς τους. Τα ειδικότερα δικαιώματα των γυναικών αναγνωρίζονται και προστατεύονται από μια σειρά διεθνών συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης για την Εξάλειψη όλων των Μορφών Διακρίσεων σε Βάρος των Γυναικών. Για να ασκήσουν τα δικαιώματά τους ενδέχεται να είναι αναγκαία η ιδιαίτερη μεταχείρισή τους, ανάλογα με την κατάστασή τους. Πρέπει να αναγνωρίζεται στις γυναίκες η ισότητα πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου και οι αρχές που εξετάζουν τα αιτήματα ασύλου πρέπει να γνωρίζουν και να ικανοποιούν τις ανάγκες των γυναικών αιτουσών άσυλο. Όλοι οι αξιωματούχοι και το προσωπικό που ασχολείται με την υποδοχή των αιτούντων άσυλο και τη διαδικασία καθορισμού του καθεστώτος του πρόσφυγα πρέπει να είναι καταρτισμένοι με ιδιαίτερη ευαισθητοποίηση στα θέματα του φύλου. Απαιτείται να ενημερώνονται οι γυναίκες αιτούσες άσυλο για τα δικαιώματά τους, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να υποβάλουν αυτοτελή αίτηση ασύλου ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς τους. Εφόσον είναι εφικτό, η συνέντευξη για τον καθορισμό του καθεστώτος του πρόσφυγα των γυναικών αιτουσών άσυλο πρέπει να διεξάγεται από γυναίκα αξιωματούχο με τη συνδρομή γυναίκας διερμηνέως. Στις μοναχικές γυναίκες με ειδικές ανάγκες ασφάλειας πρέπει να παρέχεται ξεχωριστή και ασφαλής στέγη. Πρέπει επίσης να διασφαλίζεται η σωματική ασφάλεια και η προστασία της ιδιωτικής ζωής των γυναικών που διαμένουν στα συνοριακά σημεία εισόδου της χώρας ασύλου. Είναι απαραίτητο στις γυναίκες αιτούσες άσυλο να παρέχεται η δυνατότητα πρόσβασης στις νομικές και άλλες υπηρεσίες χωρίς διάκριση λόγω φύλου καθώς και στις ειδικότερες υπηρεσίες που ικανοποιούν τις ιδιαίτερες ανάγκες τους. Οι παρεχόμενες στους αιτούντες άσυλο ιατρικές υπηρεσίες πρέπει να καλύπτουν τους τομείς της γυναικολογίας και της μαιευτικής καθώς και της ψυχολογικής υποστήριξης ειδικά των γυναικών που είναι θύματα σεξουαλικής βίας.
Όπως προαναφέρθηκε, η κράτηση των αιτούντων άσυλο δεν προσιδιάζει με το καθεστώς τους. Κρίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνη σε χώρους κρατητηρίων η κράτηση των γυναικών και εφήβων, ειδικά όταν φθάνουν ασυνόδευτες στη χώρα ασύλου. Οι γυναίκες αιτούσες άσυλο θα πρέπει να διαμένουν σε χώρους χωριστούς από αυτούς όπου κρατούνται οι άντρες, εκτός εάν πρόκειται για στενούς συγγενείς. Προτείνεται επίσης η απασχόληση γυναικών αξιωματούχων στους χώρους κράτησης των γυναικών, προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία των πολιτισμικών αξιών και η σωματική προστασία των γυναικών κρατουμένων. Ιδιαίτερα πρέπει να αποφεύγεται η κράτηση των γυναικών που εγκυμονούν σε προχωρημένο στάδιο και των λεχώνων κυρίως λόγω των ειδικών αναγκών των γυναικών αυτών των κατηγοριών.
Παιδιά: τα παιδιά υποφέρουν από τις κακουχίες της μετακίνησης περισσότερο από ότι οι ενήλικες λόγω της σχετικής αδυναμίας τους και των αναγκών ανάπτυξής τους. Το άρθρο 3 παρ. 1 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού ορίζει ότι σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά τα κράτη πρέπει πρωτίστως να λαμβάνουν υπόψη το συμφέρον το παιδιού. Τα κράτη, όταν σχεδιάζουν και εφαρμόζουν πολιτικές ασύλου που αφορούν στα παιδιά, υποχρεούνται να εφαρμόζουν την αρχή του «συμφέροντος» των παιδιών. Αυτές οι πολιτικές μπορεί να αφορούν στην επιτάχυνση της εξέτασης των αιτημάτων ασύλου των παιδιών και στον ορισμό αντιπροσώπου ή επιτρόπου. Το άρθρο 22 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού απαιτεί από τα κράτη να παίρνουν τα κατάλληλα μέτρα, προκειμένου ένα παιδί που ζητά να αποκτήσει το νομικό καθεστώς του πρόσφυγα ή που θεωρείται πρόσφυγας δυνάμει των κανόνων και των διαδικασιών του ισχύοντος εθνικού ή διεθνούς δικαίου είτε αυτό είναι μόνο είτε συνοδεύεται από τους γονείς του να χαίρει της κατάλληλης προστασίας και ανθρωπιστικής βοήθειας.
Ειδικότερα, πρέπει να προσεχθούν οι ανάγκες των ασυνόδευτων και των χωρισμένων από τις οικογένειές τους παιδιών. Οι ασυνόδευτοι ανήλικοι πρέπει να τοποθετούνται το ταχύτερο δυνατόν σε κατάλληλες στέγες, όπως σε ανάδοχες οικογένειες ή σε ειδικά κέντρα υποδοχής. Είναι αναγκαίος ο διορισμός νόμιμου εκπροσώπου των ασυνόδευτων παιδιών, ώστε να προστατεύονται τα νομικά και κοινωνικά δικαιώματά τους και να διασφαλίζεται το συμφέρον τους καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας ασύλου. Οι αιτήσεις ασύλου των ασυνόδευτων ανήλικων πρέπει να εξετάζονται κατά προτεραιότητα και με διαδικασία κατεπείγοντος. Ειδική προσοχή πρέπει να δοθεί στον κίνδυνο της εμπορίας των παιδιών. Ενδέχεται να είναι αναγκαία η υιοθέτηση ειδικών μέτρων προστασίας των ασυνόδευτων κοριτσιών.
Δεν πρέπει να διατάσσεται το μέτρο της κράτησης σε βάρος των ανήλικων αιτούντων άσυλο. Εφόσον είναι εφικτό, πρέπει να ανατίθεται η φροντίδα τους στα μέλη της οικογένειας που κατοικούν στη χώρα ασύλου ή στις αρμόδιες αρχές παιδικής πρόνοιας οι οποίες υποχρεούνται να υιοθετούν τις κατάλληλες ρυθμίσεις, ώστε τα παιδιά αυτά να έχουν την κατάλληλη στέγη και επίβλεψη. Στην περίπτωση των παιδιών που συνοδεύονται από τους γονείς τους πρέπει να εξετάζονται όλες οι εναλλακτικές της κράτησης λύσεις. Τα παιδιά και οι υπεύθυνοι για τη φροντίδα τους δεν πρέπει να κρατούνται, εκτός εάν η κράτηση αποτελεί το μοναδικό μέτρο διατήρησης της ενότητας της οικογένειας. Σύμφωνα με το άρθρο 37 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού τα κράτη επαγρυπνούν ώστε η κράτηση των παιδιών να αποτελεί το έσχατο μέτρο και να είναι της μικρότερης δυνατής χρονικής διάρκειας. Τα παιδιά πρέπει να κρατούνται σε χώρους περιορισμού της προσωπικής ελευθερίας και όχι σε κρατητήρια. Επίσης, απαιτείται η υιοθέτηση ιδιαίτερων ρυθμίσεων που διασφαλίζουν τις κατάλληλες συνθήκες διαβίωσης στις οικογένειες με παιδιά. Στη διάρκεια της κράτησης τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην εκπαίδευση. Επίσης πρέπει να λαμβάνονται μέτρα ώστε να διασφαλίζεται η ψυχαγωγία τους και το παιγνίδι, που είναι αναγκαία συστατικά της πνευματικής ανάπτυξής τους.
Ανάλυση των απαντήσεων
1. Διατάξεις και πρακτικές για γυναίκες αιτούσες άσυλο και / ή παράνομα διαμενόντων ή εισερχομένων, συμπεριλαμβανομένων των θυμάτων των εμπόρων: η νομοθεσία και η πρακτική των κρατών ποικίλει στο θέμα αυτό. Σε ποσοστό 48% οι νομοθεσίες των κρατών που συμμετείχαν στην έρευνα προβλέπουν ιδιαίτερα μέτρα προστασίας των γυναικών που εισέρχονται ή διαμένουν παράνομα στη χώρα ασύλου, συμπεριλαμβανομένων των θυμάτων των εμπόρων και των αιτούντων άσυλο. Αυτά τα μέτρα περιλαμβάνουν ειδικές ρυθμίσεις στέγασης των γυναικών και προγράμματα αποκατάστασης των θυμάτων του δουλεμπορίου, συμπεριλαμβανομένων της «ασφαλούς στέγης» και της έκδοσης άδειας παραμονής με αντάλλαγμα τη συνεργασία με τις αστυνομικές και τις διωκτικές αρχές. Πηγή έμπνευσης του τελευταίου μέτρου μπορεί να είναι το Πρωτόκολλο του ΟΗΕ για την Εμπορία που απαιτεί από τα κράτη να εφαρμόζουν μέτρα για την προστασία των θυμάτων, προκειμένου να ενθαρρύνουν τη συμμετοχή τους στις ποινικές διαδικασίες που κινούνται σε βάρος των δουλεμπόρων. Πολλά κράτη υπογράμμισαν ότι δεν κρατούνται γυναίκες σε προχωρημένο στάδιο εγκυμοσύνης. Σε ποσοστό 52% οι νομοθεσίες των κρατών που μετείχαν στην έρευνα δεν ορίζουν ειδικά για τη μεταχείριση των γυναικών.
2. Διατάξεις νόμου και πρακτικές για τα παιδιά αιτούντες άσυλο και / ή παράνομα εισερχόμενα ή διαμένοντα στη χώρα ασύλου, συμπεριλαμβανομένων των θυμάτων της εμπορίας : η πρακτική των κρατών ποικίλει σε αυτό το πεδίο, αν και στην πλειοψηφία τους τα κράτη προβλέπουν ειδικά μέτρα για την προστασία των παιδιών της κατηγορίας αυτής. Σε ποσοστό 61% οι νομοθεσίες των κρατών προβλέπουν μέτρα προστασίας για τους ανήλικους που εισέρχονται παράνομα στη χώρα, συμπεριλαμβανομένων των θυμάτων της εμπορίας και των αιτούντων άσυλο. Η νομοθεσία αρκετών κρατών απαγορεύει την κράτηση ανηλίκων ή στην περίπτωση κράτησής τους ορίζει για τη στέγασή τους σε ειδικά κέντρα και για την άμεση ενημέρωση των κοινωνικών υπηρεσιών. Επίσης, πολλά κράτη απαγορεύουν την απέλαση των ασυνόδευτων ανήλικων λόγω παράνομης εισόδου. Η πλειοψηφία των κρατών προβλέπει εγγυήσεις για τα ασυνόδευτα παιδιά που ζητούν άσυλο συμπεριλαμβανομένου του διορισμού επιτρόπου ή νόμιμου εκπροσώπου. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα παιδιά στεγάζονται μαζί με τις οικογένειές τους. Σε ένα κράτος αντί της οικογένειας διατάσσεται η κράτηση του αρχηγού της έως την απέλασή της από τη χώρα.
10. ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ
Σχετικές διατάξεις των Συστάσεων της Πράγας
«Ανταλλαγή πληροφοριών για την παράνομη μετανάστευση»: Επαναβεβαιώνοντας την ανάγκη εντατικοποίησης της συνεργασίας των συμμετεχόντων κρατών στον τομέα της ανταλλαγής πληροφοριών σε όλα τα επίπεδα και, με σκοπό την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης και της εμπορίας των αλλοδαπών και της σχέσης της με το οργανωμένο έγκλημα …»
Σύσταση Νο. 39 : «Προτείνεται σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη να υιοθετήσουν νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του διεθνούς δικαίου».
Ερωτήσεις που κλήθηκαν τα κράτη να απαντήσουν
Προβλέπονται εγγυήσεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων που αφορούν στους αιτούντες άσυλο και στους πρόσφυγες και ανταλλάσσουν τα κράτη;
Η θέση της Ύπατη Αρμοστείας (συνοπτικά): Καμιά πληροφορία που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια του αιτούντα άσυλο και / ή του πρόσφυγα ή των μελών της οικογένειάς τους που διαμένουν στη χώρα καταγωγής του δεν πρέπει να ανταλλάσσεται με τις αρχές της χώρας αυτής ή με οποιαδήποτε άλλη μη εξουσιοδοτημένη προς τούτο πηγή. Η ενημέρωση της χώρας καταγωγής του αιτούντα άσυλο / πρόσφυγα για την υπόθεση του ασύλου μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για τον ενδιαφερόμενο και να προκαλέσει δίωξη.
Ανάλυση των απαντήσεων
Εγγυήσεις στην ανταλλαγή στοιχείων που αφορούν αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες : Σε ποσοστό 55% οι νομοθεσίες των κρατών που συμμετείχαν στην έρευνα προβλέπει εγγυήσεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων των αιτούντων άσυλο και προσφύγων στα πλαίσια της διακρατικής συνεργασίας. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι πληροφορίες που συλλέγονται από αλλοδαπούς αυτής της κατηγορίας αντιμετωπίζονται ως εμπιστευτικές και διέπονται από τη νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Η νομοθεσία μόνον ενός κράτους ορίζει ειδικά για την προστασία των προσωπικών δεδομένων των αιτούντων άσυλο, αλλά δεν εφαρμόζεται πάντα. Η νομοθεσία κάποιων άλλων χωρών προβλέπει ρητά ότι τα προσωπικά δεδομένα των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων δεν πρέπει να κοινοποιούνται στις αρχές της χώρας καταγωγής, εκτός εάν ρητά συναινέσει με έγγραφη δήλωσή του ο ενδιαφερόμενος αιτών άσυλο ή πρόσφυγας. Σε ποσοστό 10% οι νομοθεσίες των κρατών προβλέπουν μερικές εγγυήσεις για τη διακρατική ανταλλαγή των προσωπικών δεδομένων των αιτούντων άσυλο, όπως για παράδειγμα ένα γενικό συνταγματικό δικαίωμα που ισχύει για όλους, χωρίς όμως να εξειδικεύεται η εφαρμογή του στη νομοθεσία του ασύλου. Η νομοθεσία ενός άλλου κράτους επιβάλει στις αρμόδιες αρχές να μην ενημερώνουν το κράτος καταγωγής του αιτούντα άσυλο για το αίτημά του περί χορήγησης διεθνούς προστασίας, αλλά τους επιτρέπει να ζητούν γενικές πληροφορίες για το συγκεκριμένο αλλοδαπό. Η νομοθεσία ενός άλλου κράτους δεν προβλέπει εγγυήσεις αλλά απαγορεύει την αποκάλυψη πληροφοριών στις αρχές της χώρας καταγωγής του αιτούντα άσυλο και σε ποσοστό 10% η νομοθεσία των κρατών που συμμετείχαν στην έρευνα δεν παρέχει εγγυήσεις προστασίας των προσωπικών δεδομένων στα πλαίσια των διακρατικών συνεργασιών.
ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΔΙΑΣΚΕΨΗ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
ΣΥΓΚΛΗΘΕΙΣΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΑ (14/15.10.1997)
ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΒΟΥΔΑΠΕΣΤΗΣ
ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ
Συγκεντρωθέντες στην Πράγα στις 14/15.10.1997 με πρόσκληση της κυβέρνησης της Τσεχίας, οι υπουργοί των κυβερνήσεων της Αυστρίας, του Βελγίου, της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, της Βουλγαρίας, του Καναδά, της Κροατίας, της Τσεχίας, της Δανίας, της Εσθονίας, της Φιλανδίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ελλάδας, της Ουγγαρίας, της Ιρλανδίας, της Ιταλίας, της Λετονίας, της Λιθουανίας, του Λουξεμβούργου, της Μολδαβίας, των Κάτω Χωρών, της Νορβηγίας, της Πολωνίας, της Πορτογαλίας, της Ρουμανίας, της Ομοσπονδίας της Ρωσίας, της Σλοβακίας, της Σλοβενίας, της Ισπανίας, της Σουηδίας, της Ελβετίας, της Τουρκίας, της Ουκρανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, των ΗΠΑ ή οι αντιπρόσωποί τους, και οι αντιπρόσωποι των εξής διεθνών οργανισμών : Πρωτοβουλία της Κεντρικής Ευρώπης, Συμβούλιο της Ευρώπης, Ευρωπαϊκή Ένωση, Διεθνές Κέντρο για την Ανάπτυξη της Μεταναστευτικής Πολιτικής, Διακυβερνητικές Διαβουλεύσεις, Διεθνής Οργάνωση Μετανάστευσης, Ιντερπόλ, Επιτροπή για την Πρόληψη του Εγκλήματος του ΟΗΕ, Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες,
Αναφερόμενοι στα τελικά κείμενα των προηγούμενων διασκέψεων των υπουργών, αρμόδιων για θέματα παράνομης μετανάστευσης, που συγκλήθηκαν στο Βερολίνο (30/31.10.1991) και στη Βουδαπέστη (15/16.2.1993),
Αναφερόμενοι επίσης στις δραστηριότητες που αναλήφθηκαν τα τελευταία χρόνια από άλλους φορείς, κυρίως από τα όργανα του ΟΗΕ, την Ιντερπόλ καθώς και από όργανα περιφερειακού επιπέδου, με στόχο την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης και της εμπορίας αλλοδαπών και της σχέσης τους με το οργανωμένο έγκλημα,
Υπογραμμίζοντας ότι η παράνομη μετανάστευση και η εμπορία αλλοδαπών αποτελεί απειλή για τη δημόσια ασφάλεια και απαιτεί την από κοινού δράση όλων των ενδιαφερομένων κρατών με πνεύμα διεθνούς αλληλεγγύης και ειλικρινές αμοιβαίο ενδιαφέρον, καθώς η συνεργασία επί θεμάτων εσωτερικής ασφάλειας ενισχύει τη σταθερότητα σε περιφερειακό επίπεδο,
Αναγνωρίζοντας ότι μια από τις αιτίες της παράνομης μετανάστευσης είναι η διαφορά του βιοτικού επιπέδου στις διάφορες περιφέρειες του πλανήτη και ότι η πρόληψη της παράνομης μετανάστευσης προϋποθέτει επίσης τη βιώσιμη ανάπτυξη των χωρών καταγωγής των μεταναστών,
Υπογραμμίζοντας την ανάγκη σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τονίζοντας τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, τη Σύμβαση της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων και το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης, τη Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων και άλλων μορφών σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, τη Σύμβαση για την Εξάλειψη όλων των Μορφών των Διακρίσεων σε Βάρος των Γυναικών και τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού,
Αξιολογώντας τις δραστηριότητες της Υψηλού Επιπέδου Ομάδας της Βουδαπέστης που συγκροτήθηκε για να επιβλέπει την εφαρμογή των συστάσεων που υιοθέτησε η υπουργική διάσκεψη της Βουδαπέστης,
Αξιολογώντας επίσης τη δήλωση του Υπουργού Εσωτερικών της Ουγγαρίας καθώς και τις εκθέσεις της Ομάδας της Βουδαπέστης, για την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στην εφαρμογή των συστάσεων που υιοθετήθηκαν από τις προηγούμενες υπουργικές διασκέψεις του Βερολίνου και της Βουδαπέστης,
Έχοντας όμως συνειδητοποιήσει ότι περαιτέρω μέτρα πρέπει να υιοθετηθούν σε αυτόν τον τομέα και ότι έχουν αλλάξει και επιδεινωθεί τα χαρακτηριστικά των προβλημάτων της παράνομης μετανάστευσης και της εμπορίας αλλοδαπών και της σχέσης τους με το διεθνές οργανωμένο έγκλημα,
Υπενθυμίζοντας τις σημαντικές θεσμικές εξελίξεις που σημειώθηκαν από τη σύγκληση της τελευταίας διάσκεψης υπουργών, ειδικότερα στον τομέα της διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ομάδας Σένγκεν, και τις συμφωνίες προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση που έχουν συνάψει δέκα κράτη της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης,
Υπογραμμίζοντας με ικανοποίηση ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ενισχύσει τη δράση της για την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης και της εμπορίας αλλοδαπών και άλλων μορφών οργανωμένου εγκλήματος και εξετάζει αυτά τα θέματα στα πλαίσια ενός Θεσμικού Διαλόγου με τα Συνδεδεμένα Κράτη, της Διαδικασίας της Ευρω-μεσογειακής Συνεργασίας, στο πλαίσιο του Δια-ατλαντικού Διαλόγου και σχεδιάζει ανάλογες δραστηριότητες με τα Νέα Ανεξάρτητα Κράτη,
Αναγνωρίζοντας ότι, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κάθε προσπάθεια για την αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης και της εμπορίας αλλοδαπών πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο των σχετικών δραστηριοτήτων και των δομών συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Λαμβάνοντας υπόψη την πρόσφατη πολυμερή δράση που αφορά στην προστασία των για λόγους σεξουαλικής εκμετάλλευσης θυμάτων δουλεμπορίου, ειδικά :
Τη Διάσκεψη για την Εμπορία των Γυναικών για λόγους Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης που συγκλήθηκε στη Βιέννη (10/11.6.1996) και την Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το ίδιο ζήτημα της 20.11.1996,
Τη Διακήρυξη και την Ατζέντα της Παγκόσμιας Διάσκεψης κατά της Εμπορικής και της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης των Παιδιών, που υιοθετήθηκαν στη Στοκχόλμη στις 27-31.8.1996,
Τη Διακήρυξη των Ευρωπαϊκών Κατευθυντήριων Αρχών για Τα Αποτελεσματικά Μέτρα Πρόληψης και Καταπολέμησης της Εμπορίας των Γυναικών για λόγους σεξουαλικής εκμετάλλευσης που υιοθετήθηκαν στην Υπουργική Διάσκεψη της Χάγης στις 26.4.1997,
Την Κοινή Δράση της 21ης Ιανουαρίου 1997 που αφορά στη δράση για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπινων υπάρξεων και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης των παιδιών που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Πεπεισμένοι ότι απαιτούνται ολοκληρωμένες στρατηγικές προκειμένου να επιτευχθεί σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη εναρμονισμένη προσέγγιση στις πολιτικές εισόδου, διασφάλισης της νόμιμης μετανάστευσης και εν τέλει διευκόλυνσης της ελευθερίας κυκλοφορίας στην Ευρώπη,
Γνωρίζοντας ότι η εφαρμογή των σχετικών μέτρων απαιτεί την παροχή της κατάλληλης συνδρομής σε πολλά κράτη της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης καθώς και στα Νέα Ανεξάρτητα Κράτη, στους τομείς της ανάπτυξης της νομοθεσίας, της παροχής τεχνικής βοήθειας, της κατάρτισης και του εξοπλισμού,
Υπογραμμίζοντας ότι η Ομάδα της Βουδαπέστης παρακολουθώντας τα συμπεράσματα της προηγούμενης υπουργικής διάσκεψης χαρακτήρισε ιδιαίτερης σπουδαιότητας για την εναρμόνιση και την ενίσχυση των σχετικών πολιτικών και μέτρων τους ακόλουθους επτά τομείς : α) την εναρμόνιση της νομοθεσίας για την καταπολέμηση της εμπορίας των αλλοδαπών, β) τον έλεγχο πριν και κατά την είσοδο των αλλοδαπών, ειδικότερα την προσέγγιση του καθεστώτος των θεωρήσεων εισόδου, γ) την επιστροφή στη χώρα καταγωγής και τις συμφωνίες επανεισδοχής, δ) την ανταλλαγή πληροφοριών για την παράνομη μετανάστευση, ε) την τεχνική και την οικονομική βοήθεια στις χώρες της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης, στ) τη σχέση της εμπορίας αλλοδαπών με άλλες μορφές του οργανωμένου εγκλήματος, ζ) τη μελλοντική συνεργασία των συμμετεχόντων κρατών στο πλαίσιο της διαδικασίας της Βουδαπέστης.
Λαμβάνοντας υπόψη τις διάφορες προτάσεις για τα περαιτέρω μέτρα που πρέπει να υιοθετηθούν στους προαναφερόμενους τομείς όπως αυτά αναπτύχθηκαν από την Ομάδα της Βουδαπέστης και μετά από ενδελεχή αξιολόγησή τους,
Υπογραμμίζοντας την ανάγκη της συλλογικής προσπάθειας για την επίτευξη αποτελεσμάτων ειδικά στον τομέα της υιοθέτησης της απαραίτητης νομοθεσίας και μέτρων τα επόμενα χρόνια,
Γνωρίζοντας ότι τα σχετικά μέτρα πρέπει να εφαρμοσθούν σύμφωνα με τις συνταγματικές διατάξεις και τις βασικές αρχές του νομικού συστήματος κάθε κράτους,
Υιοθετούν τις ακόλουθες συστάσεις:
Εναρμόνιση της νομοθεσίας για την καταπολέμηση της εμπορίας των αλλοδαπών
Έχοντας υπόψη ότι οι στόχοι που έθεσε η προηγούμενη υπουργική διάσκεψη για την νομοθετική εναρμόνιση πρέπει να προαχθούν περαιτέρω με την υιοθέτηση συστάσεων οι οποίες με συγκεκριμένους όρους θέτουν το νομικό πλαίσιο της καταπολέμησης της εμπορίας των αλλοδαπών,
Αναγνωρίζοντας ότι το δουλεμπόριο για λόγους οικονομικής και σεξουαλικής εκμετάλλευσης χαρακτηρίζεται συχνά από τον εξαναγκασμό και ειδικότερα τη χρήση βίας και απειλών, ή απάτης και ότι τα χαρακτηριστικά αυτά πρέπει να εκτιμηθούν ιδιαιτέρως κατά τη νομοθετική εναρμόνιση,
Α) Ανάγκη για κοινό ορισμό του όρου «εμπορία αλλοδαπών»
Υπογραμμίζοντας ότι η αποτελεσματική και εναρμονισμένη προσπάθεια για την καταπολέμηση της οργανωμένης και / ή επαγγελματικής εμπορίας αλλοδαπών απαιτεί την υιοθέτηση κοινού περιεχομένου του όρου «εμπορία αλλοδαπών»,
Υπογραμμίζοντας ότι οι δραστηριότητες που συνιστούν εμπορία αλλοδαπών περιλαμβάνουν : κατάχρηση των όρων της νόμιμης μετανάστευσης, διευκόλυνση της παράνομης εισόδου, παράνομη είσοδο και / ή παραμονή, παράνομη διέλευση από τρίτες χώρες, παραγωγή, διάθεση και χρήση πλαστών εγγράφων, νόθευση των γνήσιων εγγράφων, παροχή συμβουλών και / ή μέσων για την υποβολή ψευδών ισχυρισμών ενώπιον των αρχών, ρυθμίσεις για τη μεταφορά, εγκαταστάσεις στέγασης και παράνομη απασχόληση,
1. Προτείνεται να συμφωνηθεί από κοινού ότι το περιεχόμενο των όρων «εμπορία» αλλοδαπών περιλαμβάνει τις πράξεις που διαπράττονται με πρόθεση και έχουν ως στόχο τη διευκόλυνση της εισόδου ή της παραμονής των αλλοδαπών στο έδαφος του κράτους υποδοχής κατά παράβαση των σχετικών κανόνων δικαίου και των θεσμοθετημένων προϋποθέσεων που εφαρμόζονται σύμφωνα με το ισχύον εθνικό νομικό πλαίσιο.
Β) Ανάγκη ποινικοποίησης της εμπορίας των αλλοδαπών και της εφαρμογής αποτελεσματικών κυρώσεων για την εμπορία αλλοδαπών και τις σχετικές δραστηριότητες
Αναγνωρίζοντας ότι η εμπορία αλλοδαπών έχει καταστροφικές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες και συχνά οδηγεί στην εκμετάλλευση ανθρώπων και κατά συνέπεια μπορεί να θεωρηθεί σοβαρό αδίκημα σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη,
Εκτιμώντας ότι τα περισσότερα συμμετέχοντα κράτη έχουν ποινικοποιήσει τις δραστηριότητες που συνιστούν εμπορία αλλοδαπών,
Υπογραμμίζοντας ότι η εμπορία αλλοδαπών συχνά εμπλέκει πολλά άτομα που ενεργούν ταυτόχρονα στην επικράτεια διαφόρων χωρών και αναγνωρίζοντας ότι η εμπορία αλλοδαπών μπορεί να διωχθεί αποτελεσματικά μόνον εάν υιοθετηθεί νομικό πλαίσιο που να ανταποκρίνεται στο διεθνή χαρακτήρα του εγκλήματος της εμπορίας αλλοδαπών,
Υπογραμμίζοντας την ανάγκη διάκρισης των τύπων και των επιπέδων των κυρώσεων που επιβάλλονται στα πρόσωπα (νομικά και φυσικά) που συμμετέχουν στις διάφορες φάσεις του εγκλήματος της εμπορίας αλλοδαπών,
Υπογραμμίζοντας ότι τα επίπεδα και οι τύποι των ποινών ποικίλουν σημαντικά στα συμμετέχοντα κράτη και ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται δεν είναι κατάλληλες ή αυστηρές αρκετά ώστε να έχουν προληπτικά αποτελέσματα επί της δραστηριότητας της εμπορίας, ούτε συγκρίνονται με τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε άλλες μορφές οργανωμένου εγκλήματος,
Έχοντας υπόψη ότι οι ακόλουθοι παράγοντες και όροι πρέπει να θεωρηθούν επιβαρυντικοί: εμπορία με σκοπό το κέρδος και / ή με οργανωμένο τρόπο, πλαστογράφηση εγγράφων, εκβιασμός (βία, απειλές, κατάχρηση εξουσίας), εκμετάλλευση μέσω πορνείας ή άλλων μορφών οικονομικής και σεξουαλικής καταπίεσης, εξαναγκασμός των λαθρομεταναστών στη διάπραξη παράνομων πράξεων (παράνομη εργασία, εμπόριο ναρκωτικών, παράνομα εργαστήρια, κλοπές οχημάτων κλπ) και ξέπλυμα χρήματος,
Υπογραμμίζοντας την ευάλωτη θέση των αλλοδαπών, θυμάτων εμπορίας, αναγνωρίζοντας την ανάγκη ανθρωπιστικής μεταχείρισής τους, θα πρέπει να θεσμοθετηθεί σαφής διάκριση ανάμεσα στον αυτουργό του αδικήματος και το θύμα του αναφορικά με τις αρχές, τους τύπους και τα επίπεδα των ποινών,
Αναγνωρίζοντας ότι ο αποτελεσματικός επαναπατρισμός του θύματος της εμπορίας μπορεί να έχει αποτρεπτικές συνέπειες στους εν δυνάμει παράνομους μετανάστες αλλά επίσης ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το κράτος μπορεί να αποφασίσει να μην απομακρύνει άμεσα το θύμα εάν παρέχει πληροφορίες που είναι χρήσιμες για την καταπολέμηση των αυτουργών της εμπορίας,
Γνωρίζοντας ότι μόλις τα τελευταία χρόνια τα κράτη της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης θεσμοθέτησαν κυρώσεις που επιβάλλονται στους εργοδότες που προσλαμβάνουν παράνομα μετανάστες :
2. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη, τα οποία δεν το έχουν ήδη πράξει, να ποινικοποιήσουν με την υιοθέτηση εθνικής νομοθεσίας την εμπορία ή την απόπειρα εμπορίας αλλοδαπών προβλέποντας ταυτόχρονα για την υποκίνηση, τη συνέργεια και την εξώθηση στη διάπραξη του εγκλήματος. Ειδική βαρύτητα πρέπει να δοθεί στην εμπορία αλλοδαπών με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση.
3. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να εξετάσουν τη δυνατότητα διεύρυνσης του πεδίου εφαρμογής της εθνικής τους νομοθεσίας περί εμπορίας των αλλοδαπών, ώστε να τιμωρούνται οι πολίτες τους και άλλα πρόσωπα που διαμένουν στην επικράτειά τους για να διευκολύνουν την παράνομη είσοδο αλλοδαπών.
4. Προτείνεται τα νομικά και διοικητικά να επικεντρωθούν στην τιμωρία της οργανωμένης εμπορίας αλλοδαπών.
5. Προτείνεται η τιμωρία της εμπορίας αλλοδαπών με αποτελεσματικές, ανάλογες με το αδίκημα και αποτρεπτικές ποινές που μπορεί να περιλαμβάνουν φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών (και εφόσον συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις τριών ετών) και να αναγνωριστεί η σημασία της παράλληλης επιβολής προστίμων.
6. Προτείνεται να θεσμοθετηθούν η δυνατότητα κατάσχεσης των προϊόντων της εμπορίας των αλλοδαπών καθώς και των μέσων μεταφοράς, όπως των οχημάτων, των πλοίων, των αεροπλάνων που ανήκουν στους εμπόρους ή στους συνεργούς τους και χρησιμοποιούνται για την εμπορία των αλλοδαπών.
7. Προτείνεται να εξεταστεί η δυνατότητα επιβολής των κατάλληλων κυρώσεων, σύμφωνα με τους κανόνες του διοικητικού ή του ποινικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων του κλεισίματος των εγκαταστάσεων ή της αναστολής των οικονομικών δραστηριοτήτων που τροφοδοτούν διαρκώς τη διάπραξη εγκλημάτων που σχετίζονται με την εμπορία αλλοδαπών,
8. Λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 31 της Σύμβασης της Γενεύης προτείνεται εν γένει η καταδίκη όσων διασχίζουν παράνομα τα σύνορα σε ποινές αποτελεσματικές, ανάλογες του αδικήματος που διαπράχθηκε και αποτρεπτικές, που μπορεί να περιλαμβάνουν πρόστιμο και σε επιβαρυντικές περιπτώσεις βραχύχρονη φυλάκιση καθώς και η επαναπροώθηση των μεταναστών που εισέρχονται παράνομα και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις νόμιμης παραμονής, εκτός εάν για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους ή βάσει διατάξεων του διεθνούς δικαίου είναι ανέφικτη η απομάκρυνσή τους.
9. Προτείνεται να υιοθετηθούν μέτρα για τη διασφάλιση της προσήκουσας προστασίας των για λόγους σεξουαλικής εκμετάλλευσης θυμάτων των εμπόρων τα οποία παρέχουν πληροφορίες για την εμπορία και εμφανίζονται όταν απαιτείται ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων για να παράσχουν αποδείξεις. Τα προαναφερόμενα μέτρα μπορεί να συνίστανται, ανάλογα με την περίπτωση, στη χορήγηση προσωρινής άδειας παραμονής και να διασφαλίζουν την αναγκαία διακριτική μεταχείριση των αλλοδαπών που είναι θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης των εμπόρων.
10. Προτείνεται η υιοθέτηση κυρώσεων για την παραγωγή, διάθεση και χρήση πλαστών εγγράφων με την επιβολή ποινών αποτελεσματικών, ανάλογων του αδικήματος που διαπράχθηκε και αποτρεπτικών, οι οποίες μπορεί να συνίστανται σε φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών, πρόστιμο και κατάσχεση αυτών των εγγράφων και των εσόδων που αποφέρουν αυτές οι δραστηριότητες.
11. Προτείνεται να τιμωρείται η απασχόληση των παράνομων αλλοδαπών με αποτελεσματικές, ανάλογες του αδικήματος και αποτρεπτικές ποινές που μπορεί να συνίστανται σε φυλάκιση κατ’ ανώτατο όριο τουλάχιστον έξη μηνών, πρόστιμο και κατάσχεση των προϊόντων του αδικήματος της παράνομης απασχόλησης.
Γ) Ανάγκη της προσχώρησης και της εφαρμογής των σχετικών συμβάσεων του διεθνούς δικαίου
Διαπιστώνοντας με λύπη ότι πολλά συμμετέχοντα κράτη δεν έχουν ακόμα προσχωρήσει στις σχετικές συμβάσεις του διεθνούς δικαίου και ότι κάποια από τα κράτη που έχουν προσχωρήσει σ’ αυτές δεν τις εφαρμόζουν πλήρως και προσηκόντως,
12. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη τα οποία δεν το έχουν ήδη πράξει να προσχωρήσουν και να εφαρμόσουν τις παρακάτω συμβάσεις διεθνούς δικαίου:
Ι) Κείμενα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων των προσφύγων
Σύμβαση του 1950 για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών,
Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων και Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης του 1967,
Σύμβαση του 1979 για την Εξάλειψη Κάθε Μορφής Διακρίσεων σε Βάρος των Γυναικών,
Σύμβαση του 1984 κατά των Βασανιστηρίων και άλλων Τρόπων Σκληρής, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας,
Σύμβαση του 1989 για τα Δικαιώματα του Παιδιού.
ΙΙ) Κείμενα που βελτιώνουν και διευκολύνουν τη διεθνή συνεργασία
Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης του 1957 και το Συμπληρωτικό αυτής Πρωτόκολλο του 1978,
Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1959 για την Αμοιβαία Συνδρομή σε Ποινικές Υποθέσεις και το Συμπληρωματικό αυτής Πρωτόκολλο του 1978,
Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1981 για την Προστασία του Ατόμου από την Αυτοματοποιημένη Επεξεργασία Πληροφοριών Προσωπικού Χαρακτήρα,
Τη Σύμβαση του 1990 του ΟΗΕ για το Ξέπλυμα των Χρημάτων, την Έρευνα, την Κατάσχεση και τη Δήμευση των Προϊόντων που Προέρχονται από Εγκληματικές Δραστηριότητες.
Έλεγχος πριν και κατά την είσοδο στη χώρα, ειδικότερα το καθεστώς της προσέγγισης των θεωρήσεων εισόδου
Υπογραμμίζοντας ότι η εναρμόνιση των διαφόρων πολιτικών και διαδικασιών εισόδου στα ευρωπαϊκή κράτη αποτελεί προαπαιτούμενο για την καθιέρωση της ελευθερίας μετακίνησης και κυκλοφορίας,
Υπενθυμίζοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εφαρμόζει την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των ατόμων στο έδαφος των κρατών μελών της όπως ορίζεται στο Σχέδιο της Συνθήκης του Άμστερνταμ και σημειώνοντας ότι η Ένωση εναρμονίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης θεωρήσεων εισόδου από τα κράτη μέλη καθώς και άλλες παραμέτρους που αφορούν στις πολιτικές ελέγχου πριν και κατά την είσοδο των αλλοδαπών στο έδαφός της,
Χαιρετίζοντας τα μέτρα που υιοθέτησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβιβάζοντας στα ενδιαφερόμενα κράτη, το Μάιο του 1997, οδηγό για τις αποτελεσματικές πρακτικές ελέγχου όσων εισέρχονται από τα εξωτερικά σύνορα,
Αναγνωρίζοντας ότι η εναρμόνιση των ελέγχων πριν και κατά την είσοδο συμβάλει στην αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης και της εμπορίας των αλλοδαπών,
Αναγνωρίζοντας επίσης ότι παρόμοιες πολιτικές πρέπει να προβλέπουν τις κατάλληλες ρυθμίσεις για τον εντοπισμό των αιτούντων άσυλο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διεθνές δίκαιο,
Γνωρίζοντας ότι διαφέρουν η υποχρέωση και οι διαδικασίες χορήγησης θεωρήσεων εισόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα κράτη της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης,
Υπογραμμίζοντας ότι εκτός από την εξωτερική πολιτική και τα θέματα ασφάλειας κατά την εξέταση της ανάγκης υιοθέτησης της προϋπόθεσης της θεώρησης εισόδου πρέπει να συνεκτιμώνται οι παράγοντες της παράνομης μετανάστευσης και της εφαρμοζόμενης πρακτικής επανεισδοχής,
Χαιρετίζοντας τη δήλωση του Υπουργού Εξωτερικών της Σλοβενίας ότι η κυβέρνησή του προτίθεται να αναλάβει καθοδηγητικό ρόλο στη διαδικασία εναρμόνισης του καθεστώτος των θεωρήσεων εισόδου στα κράτη της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης και στην υιοθέτηση πλαισίου για την καταγραφή της προόδου και τη διασφάλιση της διαφάνειας σε αυτόν τον τομέα,
Εκτιμώντας τον διεθνή κανόνα που σχεδόν όλα τα κράτη αποδέχονται, ότι δηλαδή το κράτος το οποίο φέρει την ευθύνη για την είσοδο του αλλοδαπού φέρει επίσης την τελική ευθύνη για την εξέταση της υπόθεσής του και για την ενδεχόμενη επιστροφή του, εκτός εάν αποδειχθεί ότι κάποιο άλλο κράτος είναι επίσης υπεύθυνο,
Υπογραμμίζοντας ότι η Σύμβαση του Δουβλίνου υιοθετεί ένα σύστημα για τον καθορισμό της ευθύνης του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης παροχής ασύλου η οποία υποβάλλεται σε ένα από τα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και χαιρετίζοντας την έναρξη εφαρμογής της,
13. Προτείνεται η εφαρμογή προγραμμάτων πληροφόρησης στις σχετικές χώρες καταγωγής και στις χώρες διέλευσης με στόχο την πρόληψη της παράνομης μετανάστευσης.
14. Προτείνεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση να συνεχίσει τις προσπάθειες που αποσκοπούν στην πληροφόρηση των Συνδεδεμένων και άλλων Κρατών για τις αποτελεσματικές πρακτικές ελέγχου όσων εισέρχονται από τα εξωτερικά σύνορα.
15. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να εξασφαλίσουν την υιοθέτηση ικανοποιητικών μέτρων για τον εντοπισμό της ταυτότητας των αλλοδαπών που δεν είναι κάτοχοι νομότυπων εγγράφων ταυτότητας και να εξετάσουν τον τρόπο διεθνούς συνεργασίας στον τομέα της ανταλλαγής δεδομένων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη Σύμβαση του 1981 για την Προστασία του Ατόμου από την Αυτοματοποιημένη Επεξεργασία Πληροφοριών Προσωπικού Χαρακτήρα, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις αρχές της Σύστασης Νο. 15 του 1987 της Επιτροπής των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης που ρυθμίζει τη χρήση των προσωπικών δεδομένων από τις αστυνομικές αρχές καθώς και την εθνική νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
16. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να υιοθετήσουν τα τεχνικά κριτήρια του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας για την έκδοση διαβατηρίων και θεωρήσεων εισόδου και να εισάγουν συστήματα μηχανικού ελέγχου για την ανάγνωση των διαβατηρίων και των θεωρήσεων εισόδου,
17. Λαμβάνοντας υπόψη τη Σύμβαση του Σικάγο προτείνεται στα συμβαλλόμενα κράτη να αναπτύξουν μορφές εποικοδομητικής συνεργασίας με τους μεταφορείς που παρέχουν υπηρεσίες συγκοινωνιών, οι οποίες να περιλαμβάνουν την παροχή κάθε βοήθειας και την κατάρτιση του προσωπικού ώστε να διευκολύνεται ο εντοπισμός των επιβατών που δεν είναι κάτοχοι νόμιμων ταξιδιωτικών εγγράφων.
18. Προτείνεται η υιοθέτηση κυρώσεων σε βάρος των μεταφορέων που παρέχουν υπηρεσίες συγκοινωνιών και παραλείπουν να εντοπίσουν τους επιβάτες που στερούνται νόμιμων ταξιδιωτικών εγγράφων επιβάλλοντας στους πρώτους πρόστιμο και υποχρεώνοντάς τους να καταβάλουν το κόστος της επιστροφής στον τόπο αναχώρησης των παράνομων επιβατών.
19. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να προσαρμόζουν προοδευτικά το καθεστώς έκδοσης θεωρήσεων εισόδου και διέλευσης, τις σχετικές διαδικασίες έκδοσης θεωρήσεων εισόδου καθώς και τις πρακτικές συνοριακών ελέγχων στις σχετικές πολιτικές και ρυθμίσεις που έχουν υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
20. Προτείνεται να ανατεθεί αποκλειστικά η αρμοδιότητα έκδοσης θεωρήσεων εισόδου σε συγκεκριμένες υπηρεσίες που θα αξιολογούν προσηκόντως εάν η χορήγησή τους θα συμβάλει στην ανάπτυξη παράνομων δραστηριοτήτων ή θα πλήξει τις προσπάθειες των συμβαλλομένων κρατών να ελέγξουν την παράνομη μετανάστευση.
21. Προτείνεται να ρυθμισθεί νομοθετικά η λήξη της θεώρησης εισόδου τουλάχιστον 30 ημέρες πριν την εκπνοή του ταξιδιωτικού εγγράφου, εφόσον με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η απομάκρυνση των παράνομων αλλοδαπών.
22. Προτείνεται η πραγματοποίηση συνάντησης εμπειρογνωμόνων στα πλαίσια της Διαδικασίας της Βουδαπέστης του 1998, υπό την ηγεσία της κυβέρνησης της Σλοβενίας, ώστε να ενισχυθεί η διαδικασία προσέγγισης του καθεστώτος θεωρήσεων εισόδου στα κράτη της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης και η υποστήριξη της διαδικασίας αυτής από την Ευρωπαϊκή Ένωση με το κατάλληλο πλαίσιο.
23. Προτείνεται να εξεταστεί η δυνατότητα ανάπτυξης ενός ολοκληρωμένου ευρωπαϊκού συστήματος για τον καθορισμό της ευθύνης για την εξέταση των αιτήσεων ασύλου με βάση τις αρχές της Σύμβασης του Δουβλίνου.
Επιστροφή στη χώρα καταγωγής και συμφωνίες επανεισδοχής
Αναγνωρίζοντας ότι η ανάγκη αποτελεσματικών πολιτικών επιστροφής και επανεισδοχής αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των μεταναστευτικών συστημάτων των συμμετεχόντων κρατών και ότι αυτές οι πολιτικές αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο για την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης,
Επαναβεβαιώνοντας το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να εισέρχεται και να παραμένει στην επικράτεια του κράτους του οποίου έχει την ιθαγένεια και υπογραμμίζοντας την υποχρέωση κάθε κράτους να δέχεται στο έδαφός του τους πολίτες του,
Υπενθυμίζοντας ότι πριν την εφαρμογή μέτρων εξαναγκασμού πρέπει να υποστηρίζεται η δυνατότητα του εθελοντικού επαναπατρισμού καθώς είναι η πλέον αξιοπρεπής και ανθρώπινη λύση.
Α) Επιστροφή στις χώρες καταγωγής και η υποχρέωσή τους να δέχονται τους πολίτες τους
Υπογραμμίζοντας ότι η επιστροφή των παράνομων μεταναστών μπορεί να εφαρμοσθεί αποτελεσματικά μόνον με την πλήρη συνεργασία των αρχών της χώρας καταγωγής και, ανάλογα με την περίπτωση, των ενδιάμεσων κρατών,
Καταδικάζοντας την άρνηση κάποιων κρατών να επιτρέπουν στους πολίτες τους να εισέρχονται στο έδαφός τους και υπογραμμίζοντας ότι αυτή η πρακτική παραβιάζει το διεθνές δίκαιο.
24. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να επιλέγουν κατ’ αρχήν, εφόσον είναι εφικτό, τη λύση της επιστροφής των ενδιαφερόμενων αλλοδαπών με απευθείας πτήσεις στις χώρες καταγωγής τους, καθώς πρόκειται στις περισσότερες περιπτώσεις για την καταλληλότερη λύση.
25. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να συνεργάζονται με τις αρχές του κράτους καταγωγής αιτούμενα τη διεύρυνση των παρεχομένων από αυτές υπηρεσιών στην εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητας των παράνομων μεταναστών που δεν είναι εφοδιασμένοι με τα κατάλληλα έγγραφα και οι οποίοι φαίνεται να είναι πολίτες τους και τη σε εύλογο χρόνο ανταπόκρισή τους στα αιτήματα επανεισδοχής.
26. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να συνεργάζονται με τις αρχές της χώρας καταγωγής των παράνομων μεταναστών αιτούμενα, όταν έχει εξακριβωθεί η ιθαγένειά τους ή είναι προφανής, στην έκδοση προξενικού laisser-passer (ταξιδιωτικού εγγράφου) ή οιουδήποτε άλλου εγγράφου που επιτρέπει την επανεισδοχή το συντομότερο δυνατό και στα προβλεπόμενα από την εθνική νομοθεσία του ενδιαφερόμενου κράτους χρονικά όρια που αφορούν στο μέτρο της διοικητικής κράτησης.
27. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να εντοπίζουν τις χώρες που δημιουργούν προβλήματα στον τομέα της επανεισδοχής των πολιτών τους και να εξετάσουν το ενδεχόμενο της υιοθέτησης μέτρων για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού.
28. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να διευκολύνουν τη διέλευση των αλλοδαπών που επιστρέφουν στη χώρα καταγωγής τους, παρέχοντας μεταξύ άλλων, όταν δημιουργούνται προβλήματα, συνδρομή στη μετακίνηση και αστυνομική συνοδεία με βάση ρυθμίσεις καταμερισμού των εξόδων, ανάλογα με την περίπτωση.
29. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να υιοθετήσουν ενιαίο τύπο εγγράφου, όμοιο με αυτό που ισχύει στα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να χρησιμεύει ως προξενικό laisser-passer, που διευκολύνει τη μετακίνηση των παράνομων μεταναστών στη χώρα προορισμού.
30. Προτείνεται στις αρχές των συμμετεχόντων κρατών να συνεργάζονται με τους ομολόγους τους στις χώρες καταγωγής, ώστε να διευκολύνεται η επανεισδοχή των ενδιαφερομένων παράνομων μεταναστών στην πατρίδα τους.
31. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να συνεργάζονται με τις χώρες προορισμού και καταγωγής, ώστε να διευκολύνουν τον εθελοντικό επαναπατρισμό.
32. Προτείνεται στα ενδιαφερόμενα κράτη να αξιοποιούν τα εθνικά προγράμματα και / ή τις υπηρεσίες του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης για να ενισχύσουν την πολιτική της εθελοντικής επιστροφής των παράνομων μεταναστών απευθείας στη χώρα καταγωγής τους.
Β) Συμφωνίες επανεισδοχής
Εκτιμώντας ότι σημαντικός αριθμός συμφωνιών επανεισδοχής έχει συναφθεί τα τελευταία χρόνια μεταξύ των κρατών που συμμετέχουν στη Διαδικασία της Βουδαπέστης,
Διαπιστώνοντας με λύπη ότι λίγες συμφωνίες επανεισδοχής έχουν συναφθεί με μη ευρωπαϊκά κράτη,
Σημειώνοντας το υπόδειγμα της διμερούς συμφωνίας επανεισδοχής το οποίο υιοθετήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση,
Υπογραμμίζοντας επίσης την έκθεση που συντάχθηκε υπό την αιγίδα της Ομάδας της Βουδαπέστης για τα ειδικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα κράτη της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης κατά την εφαρμογή του υποδείγματος της διμερούς συμφωνίας επανεισδοχής,
Χαιρετίζοντας την προσέγγιση που υιοθετήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση ώστε να περιληφθούν ρήτρες επανεισδοχής στις συμφωνίες με τις τρίτες χώρες.
33. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να συνεχίσουν τις προσπάθειες σύναψης συμφωνιών επανεισδοχής, που θα περιλαμβάνουν ρήτρες για τους πολίτες τους, για τους πολίτες τρίτων κρατών, για τη διέλευση με σκοπό την ασφαλή επιστροφή και για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
34. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να εφαρμόζουν ενιαίο τύπο για τις συμφωνίες επανεισδοχής λαμβάνοντας υπόψη το υπόδειγμα της διμερούς συμφωνίας επανεισδοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή οιοδήποτε άλλο αποδεκτό από όλα τα συμμετέχοντα κράτη.
35. Προτείνεται να χρησιμοποιούν όλα τα κράτη τους πλέον ευέλικτους και ταχείς τύπους επανεισδοχής, για παράδειγμα επανεισδοχή με βάση τις ελάχιστες διαδικαστικές ρυθμίσεις ανάμεσα στις αρμόδιες αρχές, καθορισμένα σημεία επαφών, τυποποιημένα έντυπα σε δύο γλώσσες, απλουστευμένη αναγνώριση αποδείξεων, και να υιοθετούν περαιτέρω μέτρα που συμβάλουν στην αποτελεσματικότητα της εφαρμογής αυτών των συμφωνιών και μειώνουν το χρόνο χειρισμού αυτών των υποθέσεων.
36. Προτείνεται, όταν τα συμμετέχοντα κράτη εξετάζουν το ενδεχόμενο κατάργησης των θεωρήσεων εισόδου για την είσοδο σε άλλο κράτος, λαμβάνοντας επίσης υπόψη το συμφέρον άλλων συμμετεχόντων κρατών να συνάπτουν συμφωνία επανεισδοχής με το ενδιαφερόμενο κράτος.
37. Προτείνεται όπως οι ρήτρες επανεισδοχής, που αφορούν τόσο τους πολίτες των συμβαλλομένων κρατών όσο και τους πολίτες τρίτων χωρών, να περιλαμβάνονται στις συμφωνίες γενικής συνεργασίας με τις χώρες που αποτελούν πηγή παράνομης μετανάστευσης, όπως σε συμφωνίες για την οικονομική και πολιτική συνεργασία.
38. Προτείνεται οι διακυβερνητικές διαβουλεύσεις να συνεχίσουν να τηρούν κατάλογο των συμφωνιών επανεισδοχής που έχουν συνάψει τα ευρωπαϊκά κράτη.
Ανταλλαγή πληροφοριών για την παράνομη μετανάστευση
Επαναβεβαιώνοντας την ανάγκη για αυξανόμενη ανταλλαγή πληροφοριών σε όλα τα επίπεδα ανάμεσα στα συμμετέχοντα κράτη με στόχο την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης και της εμπορίας των αλλοδαπών, και των σχέσεών τους με το οργανωμένο έγκλημα,
Υπογραμμίζοντας ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη υιοθετηθεί μηχανισμός για συστηματική ανταλλαγή πληροφοριών που αφορούν στα πλαίσια της παράνομης μετανάστευσης, ειδικά στα πλαίσια της ειδικής ομάδας του Συμβουλίου (CIREFI) και ότι τα Συνδεδεμένα Κράτη έχουν συμμετάσχει σε κάποιες σχετικές συναντήσεις στο πλαίσιο του Θεσμικού Διαλόγου και κλήθηκαν να παράσχουν πληροφορίες στην CIREFI,
Σημειώνοντας επίσης ότι οι Διακυβερνητικές Διαβουλεύσεις αναπτύσσουν πρότυπο συνεργασίας για τη συλλογή, την ανάλυση και την ανταλλαγή πληροφοριών που αφορούν στην εμπορία αλλοδαπών,
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η κυβέρνηση της Ουγγαρίας επιζητεί την ενίσχυση της ανταλλαγής των πληροφοριών ειδικότερα με τις συνοριακές υπηρεσίες των κρατών της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης διοργανώνοντας συναντήσεις και υιοθετώντας μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών για την παράνομη μετανάστευση,
Επιβεβαιώνοντας ότι η παράνομη μετανάστευση μπορεί να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά μόνον με ολοκληρωμένα και συμβατά συστήματα συλλογής, επεξεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών,
Αναγνωρίζοντας τη σημασία των διμερών συμφωνιών για τη σχετική ανταλλαγή πληροφοριών,
Αναγνωρίζοντας όμως ότι προαπαιτούμενο για την ανταλλαγή προσωπικών στοιχείων των εμπλεκομένων στην εμπορία αλλοδαπών είναι η προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1981 για την Προστασία του Ατόμου από την Αυτοματοποιημένη Επεξεργασία Πληροφοριών Προσωπικού Χαρακτήρα.
39. Προτείνεται όλα τα συμμετέχοντα κράτη να υιοθετήσουν την κατάλληλη νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του διεθνούς δικαίου.
40. Προτείνεται η Ευρωπαϊκή Ένωση να υιοθετήσει περαιτέρω μέτρα με στόχο τη βελτίωση του μηχανισμού ανταλλαγής πληροφοριών για την παράνομη μετανάστευση και την εμπορία αλλοδαπών με τα Συνδεδεμένα και άλλα κράτη.
41. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να υιοθετήσουν – με τη μέθοδο της εναρμόνισης των ορισμών και των κριτηρίων για τη συλλογή των στοιχείων – μέτρα που θα διασφαλίσουν τη συμβατότητα των ισχυόντων συστημάτων της συλλογής, επεξεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών για την παράνομη μετανάστευση και την εμπορία αλλοδαπών. Για το σκοπό αυτό πρέπει να ληφθούν υπόψη τα κριτήρια που αναπτύχθηκαν στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ειδικά από την ομάδα CIREFI.
42. Προτείνεται με πρωτοβουλία της κυβέρνησης της Ουγγαρίας και με τη συνδρομή της Γραμματείας της Ομάδας της Βουδαπέστης να καταστεί το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών ανάμεσα στους συνοριακούς φρουρούς και άλλες αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης συμβατό με τα συστήματα που εφαρμόζονται από άλλα συμμετέχοντα κράτη και να υιοθετηθεί ένα ολοκληρωμένο ευρωπαϊκό σύστημα για την παρακολούθηση και την ανάλυση της παράνομης μετανάστευσης.
Τεχνική και οικονομική βοήθεια στα κράτη της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης
Αναγνωρίζοντας ότι η αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης και της εμπορίας των αλλοδαπών απαιτεί την ενισχυμένη συνεργασία σε τεχνικό επίπεδο από την οποία θα επωφεληθούν όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη, αλλά γνωρίζοντας ότι η εφαρμογή κάποιων εκ των προτάσεων της Υπουργικής Διάσκεψης της Πράγας θα απαιτήσει σημαντικούς οικονομικούς πόρους,
Γνωρίζοντας περαιτέρω ότι πολλά κράτη της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες που πλήττουν την ικανότητά τους να ανταποκριθούν στις νέες προκλήσεις της μετανάστευσης,
Αναγνωρίζοντας την ανάγκη της πανευρωπαϊκής αλληλεγγύης με τις προσπάθειες αυτών των κρατών, και της υποστήριξής τους σε επίπεδο τεχνικό και οικονομικό,
Χαιρετίζοντας σχετικά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επεκτείνει την εφαρμογή του προγράμματος PHARE στις Υποθέσεις Δικαιοσύνης και Εσωτερικών καθώς και το νέο προσανατολισμό του προγράμματος, που αποδίδει προτεραιότητα σε αυτές τις υποθέσεις και στις θεσμικές μεταρρυθμίσεις,
Χαιρετίζοντας επίσης τα ευρήματα της πρόσφατης αποστολής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα Νέα Ανεξάρτητα Κράτη όσον αφορά την επέκταση του προγράμματος TACIS στις Υποθέσεις Δικαιοσύνης και Εσωτερικών και λαμβάνοντας υπόψη ότι η αποστολή αναγνώρισε ότι η παράνομη μετανάστευση αποτελεί ένα από τα θέματα συνεργασίας της Ένωσης και αυτών των κρατών,
Εκτιμώντας τη δημιουργία του Προγράμματος Ελέγχου της Διαχείρισης των Ανατολικών Συνόρων των Βαλτικών Χωρών και υπογραμμίζοντας ότι παρόμοια προγράμματα απαιτείται να εφαρμοσθούν και σε άλλες περιοχές της Ευρώπης,
Υπενθυμίζοντας ότι το ζήτημα της χρηματοδότησης για τη παροχή βοήθειας στα κράτη της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης στον τομέα της επιστροφής των παράνομων μεταναστών ήδη έχει συζητηθεί στην προηγούμενη Υπουργική Διάσκεψη,
43. Προτείνεται στα κράτη της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης να προβούν στις αναγκαίες διαδικαστικές ενέργειες, ώστε να παρουσιάσουν σχέδια που θα χρηματοδοτηθούν μέσω πολυμερών και διμερών χρηματοδοτικών σχημάτων και ειδικότερα στα Συνδεδεμένα κράτη να υποβάλουν προγράμματα τα οποία θα χρηματοδοτηθούν βάσει του νέου προσανατολισμού του προγράμματος PHARE.
44. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να εξετάσουν όλες τις δυνατότητες παροχής της αναγκαίας τεχνογνωσίας και του ανθρώπινου δυναμικού που θα συνδράμουν τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στην εφαρμογή των σχετικών προγραμμάτων στα πλαίσια της ανάπτυξης του προγράμματος PHARE.
45. Συστήνεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αποδώσει την κατάλληλη προσοχή στην πρόληψη της παράνομης μετανάστευσης ετοιμάζοντας τις Συμφωνίες Συνεργασίας με τα Συνδεδεμένα Κράτη, οι οποίες μπορεί να συναφθούν στα πλαίσια της προ της προσχώρησης στρατηγικής.
46. Λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματα της πρόσφατης αποστολής της Ευρωπαϊκής Ένωσης προτείνεται να δημιουργηθεί πρόγραμμα συνεργασίας στους τομείς των Υποθέσεων Δικαιοσύνης και Εσωτερικών με τα Νέα Ανεξάρτητα Κράτη στα πλαίσια του TACIS.
47. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να συνεχίσουν να συνεργάζονται με τους ενδιαδερόμενους διεθνείς οργανισμούς, όπως με την Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Πρόληψη της Εγκληματικότητας, την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, το Συμβούλιο της Ευρώπης, το Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης, την Ιντερπόλ, το Διεθνές Κέντρο για την Ανάπτυξη Μεταναστευτικής Πολιτικής (ICMPD) με στόχο την υιοθέτηση των αναγκαίων θεσμικών κανόνων που διευκολύνουν την εφαρμογή των συστάσεων της Υπουργικής Διάσκεψης της Πράγας.
48. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη και στους ενδιαφερόμενους διεθνείς οργανισμούς να εξασφαλίσουν το συντονισμό των μέτρων που στοχεύουν στην παροχή βοήθειας στα κράτη της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης σε αυτόν τον τομέα, προκειμένου να αποφευχθούν άσκοπες αλληλοκαλύψεις και να διασφαλιστεί η αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων.
49. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να διερευνήσουν εάν πληρούν τις επιθυμητές συνθήκες ο συντονισμός και η εφαρμογή σε εθνικό επίπεδο όλων των μέτρων που αφορούν στην αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης και της εμπορίας των αλλοδαπών.
50. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να δημιουργήσουν κατάλληλα σχήματα κατάρτισης και ανταλλαγής πληροφοριών για τους αρμόδιους της καταπολέμησης της εμπορίας αλλοδαπών για λόγους σεξουαλικής εκμετάλλευσης, λαμβάνοντας υπόψη το παράδειγμα του προγράμματος STOP της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σχέση της εμπορίας αλλοδαπών με άλλες μορφές οργανωμένου εγκλήματος
Αναγνωρίζοντας ότι τα τελευταία χρόνια η εμπορία αλλοδαπών είναι ιδιαίτερα εξεζητημένη και οργανωμένη και ότι είναι απαραίτητο να εξεταστεί περαιτέρω η σχέση της με άλλες μορφές οργανωμένου εγκλήματος, όπως είναι η διακίνηση ναρκωτικών,
Χαιρετίζοντας την ολοένα στενότερη συνεργασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα Συνδεδεμένα Κράτη στον τομέα της πρόληψης της εγκληματικότητας,
Χαιρετίζοντας τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Ομάδας Δίωξης Ναρκωτικών της Europol στις υποθέσεις δουλεμπορίου αλλοδαπών,
Λαμβάνοντας υπόψη τις πρωτοβουλίες που ανέλαβε ο ΟΗΕ στον τομέα της πρόληψης του εγκλήματος και της παράνομης μετανάστευσης,
Υπογραμμίζοντας τις δραστηριότητες της Ιντερπόλ και το σημαντικό έργο που επιτελεί συνδράμοντας τις κυβερνήσεις στην καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος.
51. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να διασφαλίσουν ότι οι αρχές εφαρμογής του νόμου αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στης σχέση της εμπορίας αλλοδαπών με άλλες μορφές του οργανωμένου εγκλήματος.
52. Προτείνεται στα συμμετέχοντα κράτη να διευκολύνουν τη σε επιχειρησιακό επίπεδο διμερή και πολυμερή ανταλλαγή εμπειρίας και πληροφόρησης ώστε να βελτιωθεί η τεχνογνωσία των μεθόδων που εφαρμόζονται σε διάφορες μορφές δουλεμπορίου.
53. Προτείνεται στην Ομάδα της Βουδαπέστης σε στενή συνεργασία με τους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς να εξασφαλίσει τη διενέργεια έρευνας για την κλίμακα στην οποία το διεθνές οργανωμένο έγκλημα επεκτείνει τη δράση του στην εμπορία αλλοδαπών.
Περαιτέρω συνεργασία μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών
Επιβεβαιώνοντας ότι η διαδικασία της Βουδαπέστης είναι το μοναδικό φόρουμ στο οποίο συγκεντρώνονται όλα τα ευρωπαϊκά καθώς και τα μη ευρωπαϊκά κράτη σε μια συνδυασμένη προσπάθεια καταπολέμησης της παράνομης μετανάστευσης και εμπορίας αλλοδαπών με στόχο επίσης της πρόληψη του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος,
Σημειώνοντας ότι μόλις δέκα από τα κράτη της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης συμμετέχουν στο Θεσμικό Διάλογο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι πολλά από τα κράτη που δεν συνδέονται με την Ένωση συμμετέχουν στη διαδικασία της Βουδαπέστης.
Υπογραμμίζοντας ότι οι δραστηριότητες της διαδικασίας της Βουδαπέστης πρέπει να αντανακλούν εξισορροπημένα το ενδιαφέρον και τους στόχους πολιτικής όλων των συμμετεχόντων κρατών,
Τονίζοντας την ανάγκη ανάπτυξης της συνεργασίας με τις χώρες καταγωγής των παράνομων μεταναστών με στόχο την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος,
Απευθύνοντας έκκληση για την ανάπτυξη μιας παν-ευρωπαϊκής προσέγγισης για την διευκόλυνση της ελευθερίας κυκλοφορίας και την υιοθέτηση των αντίστοιχων πολυμερών συμφωνιών ώστε να εξασφαλισθεί η νόμιμη μετανάστευση.
54. Προτείνεται σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη να παρακολουθήσουν ενεργά την εφαρμογή των συστάσεων που υιοθετήθηκαν στην παρούσα Διάσκεψη σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο και να διατηρήσουν και ενισχύσουν τους άτυπους μηχανισμούς εργασίας της Διαδικασίας της Βουδαπέστης, υπό την προεδρία της Κυβέρνησης της Ουγγαρίας.
55. Προτείνεται στην Προεδρία της Ομάδας της Βουδαπέστης με τη βοήθεια της Γραμματείας να υιοθετήσει τα αναγκαία μέτρα που θα διασφαλίσουν την παρακολούθηση αυτής της Διάσκεψης, συμπεριλαμβανομένης της ετήσιας αναφοράς για την εφαρμογή των Συστάσεων που υιοθετήθηκαν από την παρούσα Διάσκεψη.
Ευχαριστίες εκφράζονται :
Στην Κυβέρνηση της Τσεχίας που φιλοξένησε την παρούσα Διάσκεψη,
Στην Κυβέρνηση της Ουγγαρίας, η οποία σε συνεργασία με τις κυβερνήσεις της Τσεχίας και της Νορβηγίας προετοίμασε την παρούσα Διάσκεψη αναλαμβάνοντας την Προεδρία της, και στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Προεδρίες της Ιρλανδίας, της Ολλανδίας και του Λουξεμβούργου καθώς και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στην Αυστριακή Προεδρία της Σένγκεν που συνέδραμαν δραστήρια το Προεδρείο,
Τους τρεις διεθνείς οργανισμούς, το Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης, το Διεθνές Κέντρο για την Ανάπτυξη Μεταναστευτικής Πολιτικής και τη Διακυβερνητική Διάσκεψη (ICG) που συνέδραμαν το Προεδρείο,
Στις κυβερνήσεις της Αυστρίας, της Κροατίας, της Δανίας, της Φιλανδίας, της Ουγγαρίας, της Νορβηγίας, της Σλοβενίας, της Σουηδίας και της Ελβετίας που στήριξαν οικονομικά τη Γραμματεία της Ομάδας της Βουδαπέστης που εδρεύει στην Αυστρία,
Στις κυβερνήσεις όλων των κρατών που φιλοξένησαν τις προκαταρκτικές συναντήσεις της παρούσας Διάσκεψης.